Η υπόθεση της λειτουργίας του μη αδειοδοτημένου σταθμού υπεραστικών λεωφορείων του ΚΤΕΛ Σάμου φαίνεται όχι μόνο να παραμένει ανοιχτή, αλλά να εκθέτει ακόμη περισσότερο τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες. Την ώρα που ο Συνήγορος του Πολίτη επανέρχεται με νέο επίσημο έγγραφο, ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις και ενέργειες από όλες τις αρμόδιες αρχές, η Τροχαία Σάμου επιλέγει να μην τοποθετηθεί επί της ουσίας των δημοσιογραφικών ερωτημάτων και να χαρακτηρίσει τις αιτήσεις του πολίτη «καταχρηστικές».
Το νέο έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη, με ημερομηνία 5 Αυγούστου 2026, επιβεβαιώνει ότι η ανεξάρτητη αρχή εξακολουθεί να διερευνά την αναφορά για τη λειτουργία μη αδειοδοτημένου σταθμού λεωφορείων και τον κίνδυνο που δημιουργείται από την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών στην οδό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Μάλιστα, υπενθυμίζει ότι η ίδια η Διοίκηση έχει ήδη παραδεχθεί την έλλειψη αδειοδοτημένου σταθμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο Συνήγορος του Πολίτη ζητά εκ νέου από το Τμήμα Τροχαίας Σάμου και το Λιμεναρχείο να απαντήσουν εάν εξακολουθεί να υφίσταται σύγχυση αρμοδιοτήτων σχετικά με την αστυνόμευση της περιοχής ή αν αυτή έχει πλέον αρθεί. Παράλληλα, καλεί την Περιφέρεια και τον Δήμο να ενημερώσουν για τις ενέργειες αδειοδότησης του de facto σταθμού λεωφορείων και ζητά από το Διαδημοτικό Λιμενικό Ταμείο στοιχεία για τα νέα όρια της χερσαίας ζώνης και τη σημερινή σήμανση. Με άλλα λόγια, ο φάκελος όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά η ανεξάρτητη αρχή θεωρεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κρίσιμα αναπάντητα ζητήματα.
Κι όμως, λίγες ημέρες νωρίτερα, η Τροχαία Σάμου απέστειλε έγγραφο προς τον πολίτη, με το οποίο δηλώνει ότι η υπόθεση έχει ήδη διεκπεραιωθεί, επικαλείται προηγούμενη απάντησή της και γνωστοποιεί ότι δεν πρόκειται να εξετάσει νέο αίτημα, επειδή –κατά την άποψή της– αυτό επαναλαμβάνεται καταχρηστικά, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2690/1999.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Από τη μία πλευρά, ο Συνήγορος του Πολίτη συνεχίζει να ζητά εξηγήσεις και συγκεκριμένες απαντήσεις από την Τροχαία, θεωρώντας ότι η υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Από την άλλη, η ίδια η Τροχαία εμφανίζεται να αντιμετωπίζει το ζήτημα ως λήξαν, χωρίς όμως να απαντά στα δημοσιογραφικά ερωτήματα που έχουν τεθεί σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας και τις ενέργειες της υπηρεσίας.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι εύλογο: εάν πράγματι δεν υπάρχει πλέον σύγχυση αρμοδιοτήτων, γιατί ο Συνήγορος του Πολίτη ζητά εκ νέου επίσημη ενημέρωση από την Τροχαία και το Λιμεναρχείο; Και εάν εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα για το ποιος είναι αρμόδιος να εφαρμόσει τον νόμο, τότε πρόκειται για ένα σοβαρό διοικητικό ζήτημα που δεν μπορεί να βαραίνει τους πολίτες αλλά οφείλει να επιλυθεί από την ιεραρχία της Ελληνικής Αστυνομίας και τις συναρμόδιες αρχές.
Η ουσία, πάντως, παραμένει αμετάβλητη. Αντί να δίνονται σαφείς απαντήσεις για τη νομιμότητα λειτουργίας του σταθμού, για την ασφάλεια των επιβατών και για την εφαρμογή του νόμου, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται στο αν οι ερωτήσεις ενός πολίτη είναι «καταχρηστικές». Όμως τα έγγραφα μιλούν από μόνα τους: ο Συνήγορος του Πολίτη εξακολουθεί να ζητά απαντήσεις. Και όσο οι απαντήσεις αυτές δεν δίνονται, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.

