Ένα ζήτημα που ξεπερνά τα όρια μιας απλής επένδυσης σε ακίνητα
Νέα διάσταση αποκτά η συζήτηση για τις αγοραπωλησίες ακινήτων σε παραμεθόριες περιοχές, καθώς στο επίκεντρο έρχεται πλέον και η Σάμος, όπου έχουν διατυπωθεί αναφορές για αγορές ακινήτων από πρόσωπα τουρκικής καταγωγής που διαθέτουν ευρωπαϊκά διαβατήρια.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον μετά την παρέμβαση του ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Γιώργου Αυτιά, ο οποίος μεταφέρει το θέμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αυστηρότερους μηχανισμούς ελέγχου και μεγαλύτερη διαφάνεια στις αγορές ακινήτων σε περιοχές στρατηγικής σημασίας.
Η παρέμβαση Αυτιά δεν αφορά την απαγόρευση των επενδύσεων ούτε το δικαίωμα ενός Ευρωπαίου πολίτη να αγοράσει νόμιμα ακίνητο στην Ελλάδα. Θέτει, όμως, ένα διαφορετικό και κρίσιμο ερώτημα: ποιος βρίσκεται πραγματικά πίσω από μια επένδυση και ποια είναι η προέλευση των κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται;
Η ιδιαιτερότητα της Σάμου
Η Σάμος δεν αποτελεί μια συνηθισμένη περιοχή της ελληνικής αγοράς ακινήτων. Η γεωγραφική της θέση, απέναντι από τα τουρκικά παράλια, την εντάσσει στις παραμεθόριες περιοχές ιδιαίτερης σημασίας.
Τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί το ενδιαφέρον για την αγορά ακινήτων στο νησί. Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί αναφορές για περιπτώσεις αγοραστών τουρκικής καταγωγής οι οποίοι εμφανίζονται ως πολίτες άλλων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαθέτοντας αντίστοιχα ευρωπαϊκά διαβατήρια.
Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί παράβαση. Ένας πολίτης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διαφορετικό νομικό καθεστώς από έναν υπήκοο τρίτης χώρας και μπορεί να πραγματοποιεί αγορές ακινήτων σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και ελληνικό δίκαιο.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι τι συμβαίνει όταν η τυπική υπηκοότητα δεν αποτυπώνει ολόκληρη την οικονομική εικόνα μιας επένδυσης.
Η παρέμβαση του Γιώργου Αυτιά
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση του Γιώργου Αυτιά.
Ο ευρωβουλευτής της ΝΔ έχει θέσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ζήτημα των αγορών γης και ακινήτων από κεφάλαια τρίτων χωρών, ζητώντας ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και διαφάνειας, ιδιαίτερα σε διασυνοριακές περιοχές στρατηγικής σημασίας.
Η λογική της παρέμβασης είναι ότι ο έλεγχος δεν θα πρέπει να περιορίζεται στο πρόσωπο ή στην εταιρεία που εμφανίζεται τυπικά ως αγοραστής. Θα πρέπει, όπου απαιτείται, να μπορεί να φτάνει μέχρι τον τελικό πραγματικό δικαιούχο, το πρόσωπο δηλαδή που βρίσκεται στην πραγματικότητα πίσω από μια εταιρεία ή μια επενδυτική δομή.
Παράλληλα, τίθεται στο τραπέζι και η δυνατότητα αυστηρότερων ελέγχων από τα κράτη-μέλη όταν πρόκειται για περιοχές όπου συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας ή ιδιαίτερου εθνικού συμφέροντος.
Το «παράθυρο» των ευρωπαϊκών διαβατηρίων
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης που έχει ανοίξει στη Σάμο.
Εάν ένας άνθρωπος τουρκικής καταγωγής διαθέτει γερμανική, γαλλική ή άλλη υπηκοότητα κράτους-μέλους, η αγορά του αντιμετωπίζεται νομικά διαφορετικά από την αγορά ενός Τούρκου υπηκόου.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι το διαβατήριο.
Το ζήτημα είναι εάν πίσω από μια σειρά συναλλαγών υπάρχει μια ευρύτερη οικονομική σχέση, εταιρικό σχήμα ή προέλευση κεφαλαίων που θα έπρεπε να είναι γνωστή στις αρμόδιες ελληνικές αρχές, ιδιαίτερα όταν το ακίνητο βρίσκεται σε μια περιοχή όπως η Σάμος.
Αυτός είναι και ο λόγος που η έννοια του πραγματικού δικαιούχου αποκτά τόσο μεγάλη σημασία.
Από τη Θράκη έως το Ανατολικό Αιγαίο
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στη Σάμο.
Στη Θράκη έχει ήδη εκφραστεί προβληματισμός για την παρουσία τουρκικών συμφερόντων στην αγορά ακινήτων, ενώ ανάλογα ερωτήματα έχουν τεθεί και για νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Το κοινό στοιχείο είναι η ανάγκη να υπάρχει πλήρης εικόνα για το ποιος αγοράζει, ποιος χρηματοδοτεί την αγορά και ποιος τελικά αποκτά τον έλεγχο της περιουσίας.
Ο νόμος 1892/1990 ήδη προβλέπει ειδικό καθεστώς για παραμεθόριες περιοχές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η Σάμος, η Λέσβος, η Χίος, ο Έβρος, η Ξάνθη, η Ροδόπη και τα Δωδεκάνησα.
Η συζήτηση που βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη αφορά το κατά πόσο το υφιστάμενο πλαίσιο μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά σύγχρονες εταιρικές και επενδυτικές δομές.
Το ερώτημα που αφορά τη Σάμο
Για τη Σάμο, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί ένα κλίμα καχυποψίας απέναντι σε κάθε ξένο αγοραστή.
Το ζητούμενο είναι η διαφάνεια.
Πόσες αγοραπωλησίες έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια από πρόσωπα τουρκικής καταγωγής με ευρωπαϊκή υπηκοότητα; Σε ποιες περιοχές του νησιού; Ποια είναι η συνολική αξία των συναλλαγών; Υπάρχουν εταιρείες πίσω από κάποιες από αυτές; Και, όπου υπάρχουν εταιρικά σχήματα, ποιοι είναι οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι;
Αυτά είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν μόνο με επίσημα στοιχεία.
Η παρέμβαση του Γιώργου Αυτιά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσθέτει, πάντως, μια σημαντική διάσταση στη συζήτηση: σε περιοχές στρατηγικής σημασίας, ο έλεγχος μιας επένδυσης δεν μπορεί να σταματά στο όνομα που αναγράφεται στο συμβόλαιο ή στο διαβατήριο του αγοραστή.
Η Σάμος βρίσκεται πλέον μέσα σε αυτή τη συζήτηση και το επόμενο βήμα είναι ένα: στοιχεία, διαφάνεια και έλεγχος, χωρίς γενικεύσεις αλλά και χωρίς «τυφλά σημεία».
