Παρέμβαση για τα παιδιά που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού και για το δικαίωμά τους σε πραγματική, ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση έκανε στη Βουλή ο Βουλευτής Λέσβου, Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου, Παναγιώτης Παρασκευαΐδης.
Με ερώτηση που κατέθεσε προς την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, ο κ. Παρασκευαΐδης ζητά να καλυφθεί το θεσμικό κενό που, όπως επισημαίνει, αφήνει πολλά παιδιά στο φάσμα του αυτισμού χωρίς ουσιαστική εκπαιδευτική διέξοδο, όταν δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο τυπικό σχολικό περιβάλλον.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκεται η ανάγκη θεσμοθέτησης εναλλακτικών μορφών μάθησης, όπως η κατ’ οίκον εκπαίδευση, η ευέλικτη φοίτηση ή και υβριδικά μοντέλα διδασκαλίας, για μαθητές που τεκμηριωμένα αδυνατούν να συμμετάσχουν κανονικά στην καθημερινότητα ενός γενικού σχολείου.
Ο βουλευτής τονίζει ότι η υποχρέωση της Πολιτείας δεν είναι απλώς να εγγράφει τα παιδιά στο σχολείο, αλλά να τους εξασφαλίζει πραγματική πρόσβαση στη μάθηση. Επικαλείται το άρθρο 16 του Συντάγματος, αλλά και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, η οποία έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον νόμο 4074/2012 και προβλέπει την παροχή εύλογων προσαρμογών ανάλογα με τις ανάγκες κάθε παιδιού.
Σύμφωνα με την ερώτηση, η καθημερινότητα πολλών μαθητών στο φάσμα του αυτισμού στα γενικά σχολεία είναι πολύ πιο δύσκολη από όσο φαίνεται στα χαρτιά. Θόρυβος, συνωστισμός, απρόβλεπτες κοινωνικές απαιτήσεις και έντονα ερεθίσματα μπορούν να προκαλέσουν αισθητηριακή υπερφόρτιση, άγχος, αποδιοργάνωση και τελικά πλήρη αδυναμία συμμετοχής στο μάθημα.
Με απλά λόγια, ένα παιδί μπορεί να είναι τυπικά γραμμένο στο σχολείο, αλλά στην πράξη να βρίσκεται εκτός εκπαίδευσης. Και αυτό είναι το πιο σκληρό σημείο της υπόθεσης: η Πολιτεία μπορεί να θεωρεί ότι έχει καλύψει την υποχρέωσή της, ενώ η οικογένεια ζει καθημερινά έναν εκπαιδευτικό αποκλεισμό με άλλη ονομασία.
Ο κ. Παρασκευαΐδης επισημαίνει ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, όπως ο νόμος 3699/2008 για την ειδική αγωγή, δεν προβλέπει με σαφή και λειτουργικό τρόπο τη δυνατότητα κατ’ οίκον εκπαίδευσης ή ευέλικτης φοίτησης για αυτές τις περιπτώσεις. Έτσι, όπως σημειώνει, δημιουργούνται επαναλαμβανόμενα φαινόμενα παιδιών που παραμένουν ουσιαστικά αόρατα για το σύστημα.
Γονείς αναγκάζονται να αναζητούν ιδιωτικές ή άτυπες λύσεις, μαθητές χάνουν πολύτιμο χρόνο μάθησης και οικογένειες βρίσκονται μόνες απέναντι σε ένα πρόβλημα που δεν είναι προσωπικό, αλλά θεσμικό.
Στην ερώτησή του, ο βουλευτής υπογραμμίζει ότι η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαντλείται στη φυσική παρουσία ενός παιδιού μέσα σε μια αίθουσα. Αν το σχολικό περιβάλλον, αντί να στηρίζει, απορρυθμίζει τον μαθητή, τότε η απουσία εναλλακτικών λύσεων δεν είναι ένταξη. Είναι αποκλεισμός με διοικητική σφραγίδα.
Ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης ζητά από την Υπουργό Παιδείας να απαντήσει γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει θεσπιστεί ένα σαφές πλαίσιο που να επιτρέπει, μετά από τεκμηριωμένη γνωμάτευση αρμόδιων διεπιστημονικών φορέων, την κατ’ οίκον εκπαίδευση ή υβριδικά μοντέλα φοίτησης για μαθητές στο φάσμα του αυτισμού.
Παράλληλα, ζητά συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την κάλυψη του κενού, καθώς και απάντηση για το αν το Υπουργείο σκοπεύει να προχωρήσει άμεσα σε νομοθετική ρύθμιση που θα διασφαλίζει εξατομικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στο ερώτημα τι γίνεται σήμερα με τα παιδιά που αδυνατούν τεκμηριωμένα να παρακολουθήσουν σε τυπικό σχολικό περιβάλλον. Ο βουλευτής ρωτά αν υπάρχει μηχανισμός καταγραφής αυτών των περιπτώσεων ή αν, όπως αφήνει να εννοηθεί, παραμένουν διοικητικά «αόρατες».
Η παρέμβαση ανοίγει ένα ζήτημα που αφορά πολλές οικογένειες, αλλά συχνά μένει έξω από τη δημόσια συζήτηση. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα παιδιά στο φάσμα του αυτισμού «χωρούν» στο σημερινό σχολείο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το σχολείο και η Πολιτεία είναι έτοιμα να αλλάξουν ώστε να χωρούν όλα τα παιδιά.
