Η Τουρκία δεν περιορίζεται πια σε ρητορικές αμφισβητήσεις ή σε συμβολικές κινήσεις ισχύος. Χτίζει στην πράξη μια τακτική παρεμπόδισης κάθε υποθαλάσσιας δραστηριότητας σε περιοχές που θεωρεί ότι μπορεί να γκριζάρει πολιτικά, νομικά και επιχειρησιακά.
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Νέο επεισόδιο με την Τουρκία στην ίδια ζώνη έντασης νότια της Κάσου και της Καρπάθου καταγράφηκε τη Μεγάλη Εβδομάδα, με τουρκική φρεγάτα να παρεμβαίνει σε εργασίες ολλανδικού πλοίου που ανέλκυε παλιό υποθαλάσσιο τηλεπικοινωνιακό καλώδιο. Σύμφωνα με την «Καθημερινή» και την αγγλόφωνη έκδοσή της, η φρεγάτα Goksu προσέγγισε σε ασφαλή απόσταση το ολλανδικό Maasvliet ενώ αυτό επιχειρούσε σε διεθνή ύδατα, αρκετές δεκάδες ναυτικά μίλια νότια της Κάσου και της Καρπάθου, σε καλώδιο που συνδέει τη Μασσαλία με το Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου και ανασυρόταν για λογαριασμό αμερικανικής εταιρείας.
Οι Τούρκοι, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, ζήτησαν μέσω ασυρμάτου εξηγήσεις από το πλήρωμα του πλοίου για το τι ακριβώς κάνει στην περιοχή και γιατί δεν έχει λάβει τουρκική άδεια. Από την πλευρά τους, οι Ολλανδοί φέρονται να αντέτειναν ότι διέθεταν τις απαιτούμενες άδειες από τις ελληνικές και τις αιγυπτιακές αρχές. Η Άγκυρα έφτασε μάλιστα να εγείρει και θέμα αρμοδιότητας NAVTEX στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, υποστηρίζοντας ότι αρμόδιος σταθμός είναι η Αττάλεια, ωστόσο, έπειτα από ελληνική αντίδραση, ο ΙΜΟ δεν υιοθέτησε τη θέση αυτή.
Παρά ταύτα, το Maasvliet δεν ολοκλήρωσε τις εργασίες του και αποχώρησε με κατεύθυνση την Αλεξάνδρεια. Αυτό είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο του περιστατικού. Ακόμη κι όταν δεν υπάρχει θερμό επεισόδιο με την κλασική έννοια, η τουρκική παρέμβαση αρκεί για να διακόψει ή να μεταθέσει έργα και επιχειρήσεις σε μια θαλάσσια ζώνη που η Άγκυρα επιχειρεί σταθερά να μετατρέψει σε πεδίο αμφισβήτησης.
Το ζήτημα έφτασε και στη Βουλή, με τον αρμόδιο για θέματα άμυνας βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Μιχάλη Κατρίνη να ζητά εξηγήσεις από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την αντίδραση της Αθήνας. Η κυβερνητική γραμμή, όπως εκφράστηκε από τον υφυπουργό Εθνικής Άμυνας Θανάση Δαβάκη, επιχείρησε να μετατοπίσει γεωγραφικά το περιστατικό, λέγοντας ότι δεν σημειώθηκε «κοντά στην Κάσο», αλλά «νότια και ανατολικά της Κρήτης, στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου». Η ουσία, πάντως, δεν αλλάζει! Μιλάμε ξανά για την ίδια ευρύτερη θαλάσσια ζώνη όπου η Τουρκία παρεμβαίνει συστηματικά.
Το νέο επεισόδιο δεν συνδέεται άμεσα με τον Great Sea Interconnector, αλλά παραπέμπει στην ίδια γεωγραφική και πολιτική γραμμή έντασης. Στην περιοχή αυτή είχαν εμφανιστεί το καλοκαίρι του 2024 τουρκικά πολεμικά πλοία απέναντι στο ιταλικό Ievoli Relume, το οποίο πραγματοποιούσε έρευνες για τη μελλοντική πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου Κρήτης-Κύπρου. Οι τότε κινήσεις της Άγκυρας είχαν επιβαρύνει σοβαρά το κλίμα και είχαν μετατρέψει ένα τεχνικό έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
ο ίδιο μοτίβο επανεμφανίστηκε και τον Μάρτιο του 2026, όταν, σύμφωνα με επίσημη ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το τουρκικό πολεμικό ναυτικό κάλεσε πλοίο πόντισης να σταματήσει τις εργασίες του και να αποχωρήσει από περιοχή μεταξύ Αστυπάλαιας και Αμοργού, όπου υλοποιείται το έργο οπτικών ινών SEA-SPINE, το οποίο έχει ενταχθεί στις προτεραιότητες της ΕΕ και χρηματοδοτείται από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη».
Για μια ακόμη φορά γινόμαστε θεατές στο ίδιο έργο! Η Τουρκία δεν περιορίζεται πια σε ρητορικές αμφισβητήσεις ή σε συμβολικές κινήσεις ισχύος. Χτίζει στην πράξη μια τακτική παρεμπόδισης κάθε υποθαλάσσιας δραστηριότητας σε περιοχές που θεωρεί ότι μπορεί να γκριζάρει πολιτικά, νομικά και επιχειρησιακά. Και αυτό σημαίνει ότι η Κάσος, η Κάρπαθος και γενικότερα ο άξονας νοτίως της Κρήτης παραμένουν μια ανοιχτή γεωπολιτική πληγή, όπου κάθε καλώδιο, κάθε έρευνα και κάθε τεχνική εργασία μπορεί να μετατραπεί σε νέο επεισόδιο ελληνοτουρκικής πίεσης.
