Ο Άρειος Πάγος σφραγίζει οριστικά το σκάνδαλο Predator, αγνοώντας την καταδικαστική απόφαση-καταπέλτη και αρνούμενος να ερευνήσει το αδίκημα της κατασκοπείας
Όποιος έτρεφε την αυταπάτη ότι η ελληνική Δικαιοσύνη θα ένιωθε την ανάγκη να διασώσει τα προσχήματα μετά την ιστορική καταδίκη των στελεχών της Intellexa, σήμερα προσγειώθηκε ανώμαλα. Η είδηση ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, αποφάσισε να κρατήσει στο αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών, αρνούμενος να ξεκινήσει έρευνα για κατασκοπεία, δεν είναι απλώς μια δικαστική εξέλιξη. Είναι η ομολογία ενός συστήματος που δεν φοβάται πια ούτε τον δημόσιο διασυρμό ούτε την ιστορική απαξίωση. Σε αυτή τη χώρα, το Κράτος Δικαίου δεν πνέει απλώς τα λοίσθια· έχει ήδη αρχειοθετηθεί με συνοπτικές διαδικασίες.
Μια απόφαση-ταφόπλακα στη διαφάνεια
Η πράξη του κ. Τζαβέλλα, με ημερομηνία 27 Απριλίου 2026, αποτελεί το τελειωτικό χτύπημα σε μια προσπάθεια να λάμψει η αλήθεια. Παρά το γεγονός ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στην απόφαση-σταθμό που επέβαλε 126 χρόνια φυλάκισης στους υπεύθυνους του Predator, ζήτησε ρητά τη διερεύνηση για το αδίκημα της κατασκοπείας, η ηγεσία της Δικαιοσύνης έκρινε ότι «δεν συντρέχει περίπτωση».
Με ένα σκεπτικό που προκαλεί ίλιγγο, ο εισαγγελικός λειτουργός αποφάνθηκε πως όσα αναδείχθηκαν στην ακροαματική διαδικασία δεν αποτελούν «νέα στοιχεία» ικανά να ανασύρουν τη δικογραφία από το αρχείο. Δηλαδή, το γεγονός ότι το Predator φαίνεται να είναι ένα όπλο που πωλείται αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και χρησιμοποιήθηκε για να εκβιάσει την πολιτική ζωή του τόπου, για τον Άρειο Πάγο είναι αμελητέο.
Το «ιερό» πόρισμα Ζήση και η προκλητική απάθεια
Η νομική οχύρωση πίσω από το προγενέστερο πόρισμα του Αχιλλέα Ζήση λειτουργεί πλέον ως το απόλυτο τείχος προστασίας για το σύστημα εξουσίας. Ο κ. Τζαβέλλας επιμένει πως οι συμπερασματικές κρίσεις περί μη εμπλοκής της ΕΥΠ και των κρατικών υπηρεσιών παραμένουν ακλόνητες. Αγνοεί επιδεικτικά τις κραυγάζουσες παραλείψεις της αρχικής έρευνας, όπου δεκάδες θύματα παρακολούθησης δεν κλήθηκαν ποτέ να καταθέσουν.
Αυτή η θεσμική διαχείριση της υπόθεσης εξηγεί πλήρως γιατί η ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι αντιμετωπίζεται από την εγχώρια ελίτ ως «εχθρός». Στο βασίλειο της συγκάλυψης, η πραγματική διερεύνηση θεωρείται παραφωνία. Όταν ένας δικαστής ζητά περαιτέρω έρευνα για κατασκόπους, ο Άρειος Πάγος σπεύδει να κλείσει την υπόθεση, προστατεύοντας με ζήλο την αφήγημα των «μεμονωμένων ιδιωτών» που δρούσαν σε ένα θεσμικό κενό.
Η κατασκοπεία που έγινε «εικασία»
Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο η εισαγγελική πράξη υποβαθμίζει τις ενδείξεις για κατασκοπεία σε βάρος ανώτερων κυβερνητικών αξιωματούχων. Ενώ η δίκη ανέδειξε το ενδεχόμενο εκβιασμού και την παράνομη διακίνηση λογισμικού που πλήττει την εθνική ασφάλεια, ο Άρειος Πάγος επιλέγει να βαφτίσει αυτά τα δεδομένα ως «στοιχεία ήδη γνωστά».
Το σκάνδαλο των υποκλοπών, έτσι, θάβεται για δεύτερη φορά, πιο κυνικά από την πρώτη. Χωρίς την ανάκληση της αρχειοθέτησης, χωρίς την κλήση νέων μαρτύρων και χωρίς την παραμικρή διάθεση να αγγιχτεί ο πυρήνας της κρατικής εμπλοκής. Αν κάποτε υπήρχε η ανάγκη να τηρηθούν έστω και τα προσχήματα, σήμερα η ωμότητα και κυνισμός της εξουσίας δεν υπολογίζουν ούτε το περί του κοινού δικαίου αίσθημα των πολιτών. Φαίνεται πως η αιδώς έχει μετακομίσει σε άλλο σύμπαν· εδώ, βασιλεύει μόνο το δίκαιο της σιωπής και της συγκάλυψης ή για να θυμηθούμε τον Άμλετ, «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της [μητσοτακικής] Δανιμαρκίας»
