8 Απριλίου 2026

Όταν η κρίση γίνεται εργαλείο εξουσίας…


Το επιχείρημα ότι η απομάκρυνση των βουλευτών από την εκτελεστική εξουσία θα περιορίσει φαινόμενα διαφθοράς είναι επιφανειακό.

 Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο κακοδιαχείρισης δημοσίου χρήματος. Αποτελεί την πιο πρόσφατη έκφραση ενός διαχρονικού τρόπου άσκησης εξουσίας στην Ελλάδα, όπου η διανομή πόρων, η πολιτική επιρροή και οι πελατειακές σχέσεις διαπλέκονται σε ένα σύστημα που αναπαράγει τον εαυτό του.

Το γεγονός ότι η έρευνα επεκτείνεται και αγγίζει βουλευτές και κυβερνητικά στελέχη δεν είναι «παραφωνία», είναι η φυσική κατάληξη ενός μοντέλου που δεν μεταρρυθμίστηκε ποτέ ουσιαστικά. Σε αυτό το φόντο, η παρέμβαση του πρωθυπουργού για την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού εμφανίζεται ως απάντηση θεσμικής κάθαρσης. Ωστόσο, πίσω από την επιφανειακή της λογική, η πρόταση αυτή συνιστά μια βαθύτερη μετατόπιση: από την ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας προς την αναδιάταξη της εξουσίας υπέρ του εκτελεστικού κέντρου.


Η βασική αρχή του κοινοβουλευτισμού είναι σαφής: η κυβέρνηση πηγάζει από τη Βουλή και λογοδοτεί σε αυτήν. Η διπλή ιδιότητα του βουλευτή-υπουργού δεν είναι ελληνική ιδιομορφία, αλλά δομικό χαρακτηριστικό των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Διασφαλίζει ότι τα μέλη της κυβέρνησης διαθέτουν άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση και υπόκεινται σε συνεχή πολιτικό έλεγχο. Ο υπουργός δεν είναι απλώς διαχειριστής, αλλά φορέας πολιτικής ευθύνης απέναντι στους πολίτες. Η εισαγωγή ασυμβίβαστου διαρρηγνύει αυτή τη θεμελιώδη σχέση. Μετατρέπει την κυβέρνηση σε σώμα που μπορεί να συγκροτείται, σε μεγαλύτερο βαθμό, από μη εκλεγμένα πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν άμεση λογοδοσία απέναντι στο εκλογικό σώμα.

Πρόκειται για μια εξέλιξη που ενισχύει τον ήδη αυξημένο ρόλο του πρωθυπουργού και περιορίζει τη λειτουργία της Βουλής ως ουσιαστικού ελεγκτικού μηχανισμού. Η κατεύθυνση αυτή δεν είναι καινούργια. Εδράζεται σε μια ευρύτερη θεσμική και πολιτική επιλογή που αποτυπώθηκε με τον Νόμος για το Επιτελικό Κράτος. Ο νόμος αυτός, υπό το επιχείρημα της αποτελεσματικότητας και του καλύτερου συντονισμού, ενίσχυσε καθοριστικά το κέντρο διακυβέρνησης γύρω από το πρωθυπουργικό γραφείο. Κρίσιμες αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν στο Μέγαρο Μαξίμου, ενώ η χάραξη πολιτικής συγκεντρώθηκε σε έναν στενό κύκλο συνεργατών. Έκτοτε, παρατηρείται μια σταδιακή αλλά σταθερή μετατόπιση προς ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα.


Οι υπουργοί εμφανίζονται συχνά ως εκτελεστές προειλημμένων αποφάσεων, με περιορισμένο περιθώριο πολιτικής πρωτοβουλίας. Η Βουλή, παρά τις θεσμικές της αρμοδιότητες, λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως χώρος επικύρωσης κυβερνητικών επιλογών, αντί ως πεδίο ουσιαστικού ελέγχου και διαβούλευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ασυμβίβαστο δεν είναι μια απομονωμένη μεταρρύθμιση, αλλά κρίκος σε μια αλυσίδα θεσμικών παρεμβάσεων που αναδιαμορφώνουν την ισορροπία εξουσιών. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη. Αντανακλά μια αντίληψη διακυβέρνησης που δίνει προτεραιότητα στην «αποτελεσματικότητα» και τον συγκεντρωτισμό εις βάρος της συμμετοχής και της λογοδοσίας.


Το επιχείρημα ότι η απομάκρυνση των βουλευτών από την εκτελεστική εξουσία θα περιορίσει φαινόμενα διαφθοράς είναι επιφανειακό. Η διαφθορά δεν προκύπτει από τη θεσμική ιδιότητα καθαυτή, αλλά από την απουσία διαφάνειας, ελέγχου και πραγματικών κυρώσεων. Ένα σύστημα λιγότερο υπόλογο στους πολίτες δεν γίνεται αυτομάτως πιο καθαρό, συχνά γίνεται απλώς πιο αδιαφανές.

Αντί, λοιπόν, να ενισχύεται η δημοκρατική λογοδοσία, κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε ένα μοντέλο όπου η εξουσία συγκεντρώνεται, η ευθύνη διαχέεται και η πολιτική απομακρύνεται από την κοινωνία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η επίκληση της «τεχνοκρατίας» λειτουργεί όχι ως εργαλείο βελτίωσης της διακυβέρνησης, αλλά ως άλλοθι αποπολιτικοποίησης κρίσιμων αποφάσεων.

Η απάντηση στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν μπορεί να είναι η αποδυνάμωση της λαϊκής αντιπροσώπευσης. Αντίθετα, απαιτείται η ενίσχυσή της. Χρειάζονται ισχυρότεροι θεσμοί ελέγχου, ουσιαστική ανεξαρτησία των αρχών, διαφάνεια στη διαχείριση των πόρων και πραγματική πολιτική ευθύνη για όσους ασκούν εξουσία. Διότι το διακύβευμα δεν είναι απλώς η διαχείριση ενός ακόμη σκανδάλου. Είναι η ίδια η φυσιογνωμία του πολιτεύματος. Θα κινηθούμε προς μια δημοκρατία πιο συμμετοχική, με ισχυρούς θεσμούς και λογοδοσία, ή προς ένα μοντέλο συγκεντρωτικής εξουσίας, όπου οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται από λίγους και μακριά από τον κοινωνικό έλεγχο; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική. Και αφορά το μέλλον της ίδιας της δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Πολιτικός Επιστήμονας – Πολιτικός Αναλυτής

Μεταπτυχιακός φοιτητης
ΠΗΓΗ https://www.koutipandoras.gr/