Λίγες ώρες πριν από τη μεγάλη κινητοποίηση των κτηνοτρόφων στη Μυτιλήνη, το ζητούμενο δεν είναι άλλη μία έκρηξη αγανάκτησης χωρίς συνέχεια, αλλά ένα συγκροτημένο σχέδιο που να δείχνει καθαρά πώς μπορεί η Λέσβος να βγει από την κρίση του αφθώδους πυρετού. Το άρθρο που ακολουθεί επιχειρεί ακριβώς αυτό: να λειτουργήσει ως ένας πρακτικός και τεκμηριωμένος οδηγός για την επόμενη ημέρα, με βάση τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα δεδομένα που έχουν ήδη διαμορφωθεί στο νησί και τις αναγκαίες αποφάσεις για βιοασφάλεια, διαχείριση γάλακτος, αποζημιώσεις, ελέγχους και ενδεχόμενη εμβολιαστική ετοιμότητα.
Αφθώδης πυρετός στη Λέσβο: Το σχέδιο που δεν έγινε, η ευρωπαϊκή νομοθεσία και η τελευταία ευκαιρία να σωθεί η κτηνοτροφία
Η Λέσβος βρίσκεται μπροστά σε μια συνολική κρίση, που έχει ήδη χτυπήσει την παραγωγή, την αγορά γάλακτος, την ψυχολογία των κτηνοτρόφων και την ίδια την αξιοπιστία του κρατικού και περιφερειακού μηχανισμού. Από τις 16 Μαρτίου 2026, όταν η Ελλάδα κοινοποίησε επίσημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επιβεβαίωση κρούσματος αφθώδους πυρετού στη Λέσβο, ενεργοποιήθηκε το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα νοσήματα κατηγορίας Α. Στις 20 Μαρτίου 2026, η Κομισιόν εξέδωσε την Εκτελεστική Απόφαση (ΕΕ) 2026/732, με την οποία καθορίστηκαν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης οι ζώνες περιορισμού στην Ελλάδα και τα πρόσθετα μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν. Παράλληλα, η ίδια η Επιτροπή αναφέρει ότι στη Λέσβο έχει αναπτυχθεί και η Ευρωπαϊκή Κτηνιατρική Ομάδα Έκτακτης Ανάγκης.
Η ουσία είναι μία: Η χώρα μας είναι στην Ε.Ε. και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο αφθώδης πυρετός δεν αντιμετωπίζεται με πρόχειρες πολιτικές κουβέντες, αλλά με ένα πολύ συγκεκριμένο μοντέλο. Η βάση αυτού του μοντέλου είναι η άμεση εκρίζωση της εστίας, η θανάτωση των μολυσμένων και εκτεθειμένων ζώων όπου απαιτείται, οι ζώνες προστασίας και επιτήρησης, οι απαγορεύσεις μετακινήσεων, ο καθαρισμός και η απολύμανση, η επιδημιολογική διερεύνηση και η ενισχυμένη επιτήρηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το διατυπώνει καθαρά: τα μέτρα βασίζονται στην άμεση εκρίζωση των μολυσμένων και των εκτεθειμένων κοπαδιών και στους περιφερειακούς περιορισμούς για τα ευαίσθητα ζώα και τα προϊόντα τους, ακριβώς επειδή η νόσος μεταδίδεται ταχύτατα, συχνά και πριν φανούν εμφανή κλινικά σημεία.
Αυτό είναι το πρώτο σκληρό συμπέρασμα για τη Λέσβο. Δεν υπάρχει κανένα ρεαλιστικό σενάριο «γρήγορης επιστροφής στην κανονικότητα» μέσα σε λίγες ημέρες. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός προβλέπει για τον αφθώδη πυρετό ζώνη προστασίας 3 χιλιομέτρων και ζώνη επιτήρησης 10 χιλιομέτρων, ενώ επιτρέπει και ευρύτερη περαιτέρω περιορισμένη ζώνη όπου το απαιτεί η επιδημιολογική εικόνα. Για τον ίδιο λόγο, η ελάχιστη διάρκεια των μέτρων είναι 15 ημέρες στη ζώνη προστασίας και 30 ημέρες στη ζώνη επιτήρησης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το τι προβλέπεται για την επόμενη ημέρα μιας πληγείσας εκτροφής. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επιτρέπει να ξαναμπουν ζώα «όποτε βολεύει». Για τον αφθώδη πυρετό, η περίοδος παρακολούθησης είναι 21 ημέρες, ενώ σε περιπτώσεις όπου δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως η τελική απολύμανση, η κατ’ εξαίρεση επανένταξη μπορεί να επιτραπεί μόνο όταν έχει περάσει τουλάχιστον τρίμηνο από τον προκαταρκτικό καθαρισμό και την απολύμανση. Με άλλα λόγια, η συζήτηση δεν είναι πια πώς θα τελειώσει γρήγορα η κρίση, αλλά πώς θα επιβιώσει οργανωμένα ο κλάδος μέσα σε ένα καθεστώς περιορισμών που δεν αίρεται με μια πολιτική δήλωση.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η τεράστια αποτυχία που έχει ήδη εκδηλωθεί στη Λέσβο. Το μεγαλύτερο πρακτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ο ιός. Είναι ότι η καθημερινή παραγωγή γάλακτος συνέχισε να υπάρχει, αλλά δεν στήθηκε εγκαίρως κανένα σοβαρό και κεντρικά συντονισμένο σύστημα διαχείρισής της. Η προσωρινή λύση με τα τυροκομεία ήταν προσωρινή λύση και όλοι ήξεραν ότι θα έχει ημερομηνία ληξης. Το αποτέλεσμα είναι πια γνωστό και ντροπιαστικό: γάλα να πετιέται όπου βρεθεί, σε ρέματα, σε χωράφια, σε άκρες δρόμων, λες και το νησί έχει εγκαταλειφθεί στη λογική «ο καθένας μόνος του». Αυτή η εικόνα δεν είναι απλώς οικονομική καταστροφή. Είναι και υγειονομικός κίνδυνος, είναι και περιβαλλοντικό πρόβλημα, είναι και τεκμήριο διοικητικής αποτυχίας.
Κι αυτό γιατί η ίδια η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν λέει ότι το γάλα πρέπει υποχρεωτικά να καταλήγει στο ρέμα. Το αντίθετο. Ο Κατ’ Εξουσιοδότηση Κανονισμός 2020/687 προβλέπει ότι το νωπό γάλα από εκτροφές που βρίσκονται στη ζώνη προστασίας ή στη ζώνη επιτήρησης μπορεί, υπό όρους, να μετακινηθεί σε μονάδα επεξεργασίας για να υποστεί τις προβλεπόμενες επεξεργασίες μείωσης κινδύνου. Προβλέπει επίσης ότι αυτή η μεταφορά πρέπει να γίνεται με σφραγισμένα δοχεία, προς εγκατάσταση όσο το δυνατόν πλησιέστερη στη ζώνη περιορισμού και υπό την εποπτεία επίσημων κτηνιάτρων.
Αυτό είναι ίσως το πιο βαρύ πολιτικό και διοικητικό κατηγορώ των τελευταίων ημερών. Διότι αν η νομοθεσία δίνει το περιθώριο να οργανωθεί ελεγχόμενη διαχείριση του γάλακτος, τότε το σημερινό χάος δεν είναι μοιραίο. Είναι αποτέλεσμα αποτυχίας σχεδιασμού και εφαρμογής.
Στο ίδιο κάδρο μπαίνει και η βιοασφάλεια. (Δεν θα αναφερθούμε στα όσα προληπτικά μέτρα δεν λήφθηκαν πότε....) Όσα συνέβησαν στην αρχική φάση της κρίσης, με καθυστερήσεις, κενά, ελλιπή μέτρα και αποσπασματικό συντονισμό, βαραίνουν την Περιφέρεια και συνολικά τον μηχανισμό που όφειλε από την πρώτη στιγμή να έχει επιβάλει πραγματικά στεγανά. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει και χρηματοδοτεί ακόμη και τη θέσπιση ή βελτίωση μέτρων βιοασφάλειας ως επιλέξιμη δαπάνη στις παρεμβάσεις πρόληψης και ελέγχου. Όταν, λοιπόν, τα μέτρα βιοασφάλειας δεν στήνονται επαρκώς από την αρχή, δεν μιλάμε για ατυχία. Μιλάμε για διαχειριστική αποτυχία σε ένα πεδίο όπου κάθε χαμένη ημέρα αυξάνει την πιθανότητα διασποράς.
Και ακριβώς επειδή το γάλα πετιέται ανεξέλεγκτα και η αρχική βιοασφάλεια λειτούργησε με κενά, η εκτίμηση ότι θα υπάρξει αύξηση κρουσμάτων τις επόμενες ημέρες δεν είναι καταστροφολογία. Είναι το πιο πιθανό σενάριο. Δεν προκύπτει επειδή κάποιος θέλει να τρομάξει τον κόσμο, αλλά επειδή ο ίδιος ο χαρακτήρας του ιού είναι τέτοιος ώστε να διασπείρεται γρήγορα, ακόμη και πριν γίνουν εμφανή τα συμπτώματα, και επειδή η διαχείριση των πρώτων κρίσιμων ημερών δεν θωράκισε πραγματικά το νησί. Η Επιτροπή σημειώνει ρητά ότι ο αφθώδης πυρετός είναι εξαιρετικά μεταδοτικός και μπορεί να εξαπλωθεί ταχύτατα ακόμη και πριν φανούν κλινικά σημεία.
Από εδώ και πέρα, λοιπόν, το κρίσιμο ζήτημα είναι να υπάρξει επιτέλους πλήρης εικόνα. Χωρίς σαφή χαρτογράφηση του πεδίου, κάθε απόφαση είναι στα τυφλά. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαιτεί την άμεση και διαρκώς επικαιροποιημένη καταγραφή όλων των εκτροφών στη ζώνη περιορισμού, καθώς και επιδημιολογική διερεύνηση και επιτήρηση. Αυτό, όμως, για τη Λέσβο σήμερα μεταφράζεται σε κάτι πολύ πιο πρακτικό και πολύ πιο επιθετικό: χρειάζεται σάρωση όλου του νησιού, όχι δειγματοληπτικά και χαλαρά, αλλά με πληθώρα γεωτεχνικών, κτηνιάτρων (ακόμη και φοιτητών κτηνιατρικής) και κινητών συνεργείων που θα περάσουν από τις εκτροφές και θα δώσουν πραγματική εικόνα.
Για να αποκτήσει το νησί πραγματική επιδημιολογική εικόνα, χρειάζεται άμεση ενεργοποίηση όχι μόνο των δημόσιων δομών αλλά και ιδιωτικών εργαστηρίων, εφόσον μπορούν να ενταχθούν σε ελεγχόμενο σύστημα δειγματοληψιών και αναλύσεων. Η ανάγκη αυτή προκύπτει από τον ίδιο τον επείγοντα χαρακτήρα της νόσου και από το γεγονός ότι ο κανονισμός αναγνωρίζει ως επιλέξιμες δαπάνες τους ελέγχους, τις δοκιμές, τις αναλύσεις και τα άλλα μέτρα ανίχνευσης. Όταν κάθε ώρα μετράει, τα αποτελέσματα δεν μπορεί να έρχονται με ρυθμούς γραφειοκρατίας. Πρέπει να έρχονται άμεσα.
Σε αυτό το περιβάλλον έχει ανοίξει, εύλογα, και η μεγάλη συζήτηση για τον εμβολιασμό. Εδώ χρειάζεται ψυχραιμία και καθαρός λόγος. Δεν είναι θεμα ταμπου ο εβλολιασμός, δεν ειναι μαγική λυση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει έκτακτο προστατευτικό εμβολιασμό, αλλά όχι ως γενικό αρχη και όχι με λογική «εμβολιάστε τα όλα και τελειώσαμε». Οι ειδικοί όροι για τον αφθώδη πυρετό είναι σαφείς: απαιτούνται αδρανοποιημένα εμβόλια, η περιβάλλουσα ζώνη γύρω από τη ζώνη εμβολιασμού πρέπει να έχει πλάτος τουλάχιστον 10 χιλιομέτρων, ενώ ως βασική γραμμή κάλυψης η ΕΕ ορίζει ότι ο εμβολιασμός θα πρέπει να στοχεύει τουλάχιστον στο 80% των εκτροφών της ζώνης εμβολιασμού και στο 80% των στοχευμένων ζώων ανά είδος στις επιλεγμένες εκτροφές. Μετά την ολοκλήρωση του προστατευτικού εμβολιασμού, απαιτείται & ενισχυμένη κλινική και εργαστηριακή επιτήρηση.
Με απλά λόγια, ο εμβολιασμός είναι εργαλείο, όχι μαγικό ραβδί. Γι’ αυτό και η πιο σοβαρή πρόταση για τη Λέσβο δεν είναι ένας οριζόντιος, πανικός-τύπου μαζικός εμβολιασμός όλου του νησιού από αύριο το πρωί. Η σοβαρή πρόταση είναι άλλη: να ζητηθεί άμεση επιχειρησιακή ετοιμότητα για έκτακτο προστατευτικό εμβολιασμό, να υπάρχει σχέδιο έτοιμο, δόσεις διαθέσιμες, κριτήρια ενεργοποίησης ξεκάθαρα και δυνατότητα άμεσης εφαρμογής αν χαθεί ο έλεγχος με τα τρέχοντα μέτρα. Αυτό είναι τεχνικά υπερασπίσιμο και πολιτικά σοβαρό.
Και δεν είναι θεωρία. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η Ένωση διατηρεί μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες αντιγόνων στον κόσμο για την ταχεία παρασκευή εμβολίων, ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να διαθέτουν σχέδια έκτακτης ανάγκης και ότι οι εθνικές δομές πρέπει να συνεργάζονται με το ευρωπαϊκό εργαστήριο αναφοράς. Ειδικά για το 2026, η Κομισιόν σημειώνει ότι στην Κύπρο διατέθηκαν 500.000 δόσεις εμβολίου SAT1 στις 13 Φεβρουαρίου και άλλες 529.000 δόσεις στις 28 Φεβρουαρίου, δηλαδή συνολικά 1.029.000 δόσεις. Επιπλέον, η ίδια σελίδα ερωταπαντήσεων της Επιτροπής αναφέρει ότι τα εμβόλια από την ευρωπαϊκή τράπεζα αντιγόνων για τον αφθώδη πυρετό πληρώνονται 100% από την ΕΕ, ενώ η συγχρηματοδότηση των επιλέξιμων δαπανών μπορεί να είναι 20% και να φτάνει το 30% για κράτη μέλη με χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, με δυνατότητα επιπλέον αξιοποίησης της ΚΑΠ και των κανόνων κρατικών ενισχύσεων.
Άρα το εργαλείο υπάρχει. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει δρόμος για εμβολιασμό. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν η Λέσβος θα απαιτήσει τώρα ένα επίσημο σχέδιο ετοιμότητας, με σαφή σημεία ενεργοποίησης: νέα κρούσματα σε νέες γεωγραφικές συστάδες, αδυναμία ιχνηλάτησης, διασπορά σε πυκνή αιγοπροβατοτροφική ζώνη, λειτουργική κατάρρευση του σημερινού μοντέλου εκρίζωσης και περιορισμών.
Το άλλο μεγάλο μέτωπο είναι η ίδια η γαλακτοπαραγωγή των προβάτων. Εδώ χρειάζεται να ειπωθεί κάτι καθαρά: το οριζόντιο «σταματήστε την παραγωγή για μήνες» δεν είναι σοβαρή τεχνική λύση. Είναι βαρύ μέτρο, με συνέπειες για την υγεία των ζώων, για μαστίτιδες, για την αναπαραγωγή, για τη σωματική τους κατάσταση και για τη μελλοντική παραγωγικότητα των κοπαδιών. Δεν μπορεί να δοθεί έτσι, ως γενική διαταγή, χωρίς επιστημονικό πρωτόκολλο και χωρίς πλήρη οικονομική κάλυψη. Η πιο ρεαλιστική γραμμή είναι κλιμακωτή μείωση & ανακατεύθυνση της παραγωγής εκεί όπου η αγορά έχει μπλοκάρει, όχι τυφλό «κόψτε το γάλα».
Στην πράξη, αυτό σημαίνει τρεις διαφορετικές κατηγορίες. Οι θετικές, οι ύποπτες και οι άμεσης επαφής εκτροφές μπαίνουν σε πλήρες υγειονομικό καθεστώς και ακολουθούν μόνο τις εντολές των κτηνιατρικών αρχών. Οι εκτροφές μέσα σε ζώνες όπου η αγορά έχει ουσιαστικά αποκλειστεί χρειάζονται πρόγραμμα ελεγχόμενης μείωσης γαλακτοπαραγωγής για περιορισμένο διάστημα, με ζωοτεχνική παρακολούθηση και ρητή αποζημίωση για το χαμένο εισόδημα και το επιπλέον κόστος. Και οι εκτροφές εκτός εστιών αλλά εντός του γενικού νησιωτικού περιορισμού θα πρέπει να συνεχίσουν μεν την παραγωγή, αλλά με υποχρεωτική παράδοση μόνο μέσω πιστοποιημένων διαδρομών και μονάδων, με κρατική εγγύηση απορρόφησης.
Αυτό το μοντέλο στηρίζεται και οικονομικά από το ενωσιακό πλαίσιο. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2472, στο άρθρο 26, επιτρέπει ενισχύσεις για το κόστος της πρόληψης, του ελέγχου και της εκρίζωσης ζωονόσων, συμπεριλαμβανομένων αναλύσεων, δοκιμών, εμβολίων, θανάτωσης ή σφαγής ζώων, καταστροφής σχετικών προϊόντων, καθαρισμού, απολύμανσης και βελτίωσης της βιοασφάλειας. Ο ίδιος κανονισμός αναφέρει ότι η αποζημίωση για τις ζημιές από ζωονόσους μπορεί να βασιστεί στην αγοραία αξία των ζώων που σφάχτηκαν, θανατώθηκαν ή πέθαναν, στην αξία των συνδεδεμένων προϊόντων που καταστράφηκαν, στην απώλεια εισοδήματος λόγω υποχρεώσεων καραντίνας, στις δυσκολίες επαναπληθυσμού και στο κόστος αντικατάστασης εξοπλισμού που καταστράφηκε με εντολή των αρμόδιων αρχών. Και το κρίσιμο είναι το εξής: μαζί με άλλες πληρωμές, η ενίσχυση για τα ίδια επιλέξιμα κόστη μπορεί να φτάσει έως το 100% των επιλέξιμων δαπανών.
Αυτό σημαίνει ότι οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου δεν ζητούν κάτι παράλογο όταν μιλούν για πλήρη αποζημίωση πραγματικής ζημιάς. Το ευρωπαϊκό εργαλείο υπάρχει. Το ζήτημα είναι να χρησιμοποιηθεί σωστά και γρήγορα. Και εδώ πρέπει να τεθεί μια πολύ καθαρή πολιτική απαίτηση: αποζημίωση όχι μόνο για τα ζώα που θανατώνονται ή τα προϊόντα που καταστρέφονται, αλλά και για το χαμένο γάλα, για το χαμένο εισόδημα λόγω καραντίνας, για το κόστος της αναγκαστικής μείωσης παραγωγής, για τις ζωοτροφές και για τη νησιωτική ιδιαιτερότητα που κάνει κάθε κρίση ακριβότερη και πιο ασφυκτική.
Άρα η Λέσβος χρειάζεται πια όχι έναν γενικόλογο κατάλογο ευχών, αλλά ένα ειδικό καθεστώς έκτακτης διαχείρισης με τέσσερις σταθερούς πυλώνες. Πρώτον, σκληρό υγειονομικό έλεγχο με σαρωτική επιτήρηση σε όλο το νησί. Δεύτερον, νόμιμη και ελεγχόμενη διαχείριση του γάλακτος, ώστε να σταματήσει το αίσχος της ανεξέλεγκτης απόρριψης. Τρίτον, πλήρες οικονομικό δίχτυ ασφαλείας που να πατάει στο άρθρο 26 του ευρωπαϊκού κανονισμού και να μεταφράζεται σε άμεσες προκαταβολές και μηνιαίες εκκαθαρίσεις. Και τέταρτον, ετοιμότητα για εμβολιασμό με σαφές επιχειρησιακό σχέδιο, αν η επιδημιολογική εικόνα επιδεινωθεί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση που θα όφειλε να έχει ήδη κατατεθεί και να λειτουργεί είναι μια πραγματική επιτροπή διαχείρισης κρίσης, όχι μια φωτογραφική παρέα θεσμικών. Ένα επιχειρησιακό κέντρο με συντονιστή από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, τη Διεύθυνση Κτηνιατρικής, σύνδεση με το εθνικό εργαστήριο αναφοράς και το ευρωπαϊκό εργαστήριο, εκπροσώπους των κτηνοτρόφων, των τυροκομείων, των συνεταιρισμών, της Περιφέρειας, των δύο δήμων, του Λιμενικού, του φορέα αποζημιώσεων, καθώς και επιστημονική υποστήριξη από επιδημιολόγο ζωικών νοσημάτων και ειδικούς στη διατροφή των μηρυκαστικών και στην εφοδιαστική. Αυτό δεν είναι διοικητική πολυτέλεια. Είναι ο μόνος τρόπος να ληφθούν αποφάσεις μέσα σε 24 ώρες και όχι μέσα σε βδομάδες και να προσπεράσουμε την ανικανότητα της Περιφέρειας.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η διαχείριση των προϊόντων που έχουν ήδη παραχθεί πριν τις 15 Μαρτίου 2026, κυρίως φέτα και λαδοτύρι, τα οποία σήμερα παραμένουν εγκλωβισμένα στο νησί. Παρότι πρόκειται για προϊόντα που σε μεγάλο βαθμό έχουν υποστεί επεξεργασία και ωρίμανση, η κατάσταση δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται. Ο αφθώδης πυρετός μπορεί να μεταφερθεί μέσω του νωπού γάλακτος και να επιβιώσει σε προϊόντα που δεν έχουν υποστεί επαρκή θερμική επεξεργασία, ενώ είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι αδρανοποιείται με ισχυρή παστερίωση, αλλά μπορεί να επιβιώνει σε ορισμένα τυριά, ιδιαίτερα αν οι συνθήκες το επιτρέπουν . Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική και τις πρόσφατες εμπορικές απαγορεύσεις, ακόμη και επεξεργασμένα προϊόντα υπόκεινται σε περιορισμούς όχι μόνο λόγω του ίδιου του προϊόντος, αλλά και λόγω κινδύνου επιμόλυνσης κατά τη συλλογή, αποθήκευση και μεταφορά . Αυτό σημαίνει ότι η επιφυλακτικότητα των αρχών δεν αφορά μόνο τη φέτα ή το λαδοτύρι ως προϊόντα, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα διακίνησης. Ωστόσο, η λύση δεν μπορεί να είναι μια οριζόντια απαγόρευση χωρίς διάκριση. Απαιτείται άμεσα ένα σύστημα πιστοποίησης παρτίδων προ κρίσης, με πλήρη ιχνηλασιμότητα και ελεγχόμενη εφοδιαστική διαδικασία, ώστε να επιτραπεί υπό όρους η διάθεσή τους εκτός νησιού. Διαφορετικά, αν το κράτος επιμείνει στον πλήρη αποκλεισμό, οφείλει να προχωρήσει σε αποζημίωση των αποθεμάτων, καθώς πρόκειται για ήδη παραγόμενο προϊόν που μπλοκάρει την αγορά και επιτείνει την κρίση.
Η αλήθεια είναι σκληρη. Η Λέσβος πλήρωσε ακριβά την καθυστέρηση, τα κενα της αρχικής βιοασφάλειας και την ανικανότητα οργανωμένης διαχείρισης του γάλακτος. Και όσο το νησί μένει χωρίς πλήρη επιδημιολογική εικόνα, χωρίς σαρωτικούς ελέγχους, χωρίς μαζική αξιοποίηση γεωτεχνικών και χωρίς γρήγορα εργαστηριακά αποτελέσματα, ο κίνδυνος να δούμε νέα κρούσματα μεγαλώνει.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το παιχνίδι έχει χαθει. Σημαίνει ότι από εδώ και πέρα χρειάζεται σχέδιο αληθινό, όχι επικοινωνιακό. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία υπάρχει. Τα χρηματοδοτικά εργαλεία υπάρχουν. Το εργαλείο του έκτακτου εμβολιασμού υπάρχει. Το δικαίωμα για αποζημιώσεις υπάρχει. Η δυνατότητα ελεγχόμενης διαχείρισης του γάλακτος υπάρχει. Αυτό που λείπει είναι να συνδεθούν όλα αυτά σε ένα ενιαίο, εφαρμόσιμο και καθημερινά ελεγχόμενο σχέδιο για τη Λέσβο.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν θα κρατηθούν «σκληρά» ή «χαλαρά» μέτρα. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν το νησί θα περάσει σε μια φάση οργανωμένης επιβίωσης του κλάδου ή αν θα συνεχίσει να βυθίζεται σε ένα χάος όπου το γάλα θα τρέχει στα ρέματα, τα κρούσματα θα αυξάνονται και οι άνθρωποι της κτηνοτροφίας θα συνθλίβονται πριν προλάβει να έρθει οποιαδήποτε αποζημίωση. Και τότε δεν θα μιλάμε πια απλώς για υγειονομική κρίση. Θα μιλάμε για μια κρατική αποτυχία καταγεγραμμένη πάνω στο ίδιο το σώμα της λεσβιακής κτηνοτροφίας.
Θερμές ευχαριστίες στους συνεργάτες γεωτεχνικούς που βοήθησαν στη σύνταξη του άρθρου
ΠΗΓΗ https://www.lesvosnews.net/
