Γεωπολιτική αβεβαιότητα, ακυρώσεις και το έλλειμμα ουσιαστικής εκπροσώπησης του ξενοδοχειακού κλάδου.
*Γράφει ο Μιχάλης Βαμιεδάκης, επιχειρηματίας τουρισμού, πρώην Εντεταλμένος Σύμβουλος Τουρισμού της Περιφέρειας Κρήτης και Σύμβουλος Σύνταξης του tornosnews.gr
Κάθε φορά που εμφανίζεται μια κρίση, ο ελληνικός τουρισμός αντιδρά με τον ίδιο τρόπο: στρέφει παθητικά το βλέμμα προς το Κράτος αναμένοντας απαντήσεις και λύσεις.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι πρώτες —έστω περιορισμένες— ακυρώσεις από αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιβεβαίωσαν αυτό το μοτίβο. Μέσα σε λίγες ημέρες, η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε από τη διαχείριση της πρόκλησης στο γνώριμο ερώτημα: «τι μέτρα θα ληφθούν;».
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι επιπτώσεις δεν είναι ομοιόμορφες — θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι ακόμη και αντιφατικές. Εντοπίζονται κυρίως σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς και σε προορισμούς με υψηλή έκθεση σε long-haul ροές, όπως η Αθήνα και η Σαντορίνη, ενώ σε άλλες περιοχές της χώρας η ζήτηση παραμένει ανθεκτική ή και αυξάνεται.
Αυτό αναδεικνύει μια βασική αλήθεια: ο ελληνικός τουρισμός δεν είναι ενιαίος. Είναι ένα σύστημα πολλών ταχυτήτων — γεωγραφικά, ποιοτικά και θεματικά.
Και όμως, παρά αυτή την πολυπλοκότητα, η αντίδραση παραμένει απλοποιητική, παρόλο που την πραγματικότητα δεν τη γνωρίζει κανείς καλύτερα από τους ίδιους τους ανθρώπους του τουρισμού.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το πραγματικό ζήτημα: όχι η δυναμική του ίδιου του κλάδου, αλλά η στόχευση και αποτελεσματικότητα της θεσμικής του εκπροσώπησης.
Ο ελληνικός ξενοδοχειακός κλάδος, εκπροσωπούμενος θεσμικά από την ΠΟΞ (Πανελλήνια Ομοσπονδία ξενοδόχων) αποτελεί τον βασικό πυλώνα του τουριστικού ΑΕΠ και έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Σε επίπεδο μεμονωμένων επιχειρήσεων, έχουν γίνει σημαντικά βήματα: επενδύσεις σε ποιότητα, αναβάθμιση υπηρεσιών, εξωστρέφεια και προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις της αγοράς.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν εντοπίζεται στους ίδιους τους επιχειρηματίες.
Εντοπίζεται στη συλλογική τους έκφραση.
Σε αντίθεση με άλλες ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, όπου οι επαγγελματικές ενώσεις λειτουργούν ως ισότιμοι συνομιλητές της πολιτείας και των συνεργατών του εξωτερικού (tour – operators & OTAs) και συνδιαμορφωτές πολιτικής, στην Ελλάδα η θεσμική εκπροσώπηση των ξενοδόχων διαχρονικά περιορίζεται κυρίως σε έναν ρόλο καταγγελτικό. Οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται στη διατύπωση αιτημάτων, στη δαιμονοποίηση νέων τάσεων ή στην άσκηση κριτικής, χωρίς να συνοδεύονται συστηματικά από τεκμηριωμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις πολιτικής. H συσπείρωση και κλαδική έκφραση γίνεται μόνο για εσωτερική κατανάλωση με μονοδιάστατη κατεύθυνση το Κράτος και όχι με εξωστρέφεια προς την αγορά ή προς τα μέλη παρέχοντας πολύτιμη τεχνογνωσία. Αυτό όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα της αγοράς που συνεχώς αλλάζει, αλλά δημιουργεί και ένα ζήτημα αξιοπιστίας. Όταν ο δημόσιος λόγος της εκπροσώπησης εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά σε ζητήματα επιβαρύνσεων και κρατικής στήριξης, ενισχύεται στην ευρύτερη κοινωνία η αντίληψη της εξάρτησης, υπονομεύοντας την εικόνα ενός κατά τα άλλα ισχυρού κλάδου.
Η διαφορά αυτή καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής όταν εξετάσει κανείς τις πρακτικές άλλων χωρών. Στη Γαλλία, η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης αντιμετωπίστηκε με συνδυασμό ρύθμισης και αναβάθμισης του ξενοδοχειακού προϊόντος. Στην Ισπανία, οι φορείς του κλάδου συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση πολιτικών και στη στρατηγική τοποθέτηση της χώρας ως τουριστικού προορισμού. Στη Γερμανία, η εκπροσώπηση συνδέεται άμεσα με την παροχή τεχνογνωσίας και εργαλείων προς τα μέλη.
Κοινός παρονομαστής είναι ότι οι ενώσεις δεν περιορίζονται στη διεκδίκηση. Παράγουν πολιτική, γνώση και κατεύθυνση.
Στον Ελληνικό τουρισμό δεν είναι όλα τα προβλήματα κοινά — ούτε μπορούν να αντιμετωπιστούν οριζόντια. Δεν είμαστε Ντουμπάι με μια μεγάλη παραλία και πανομοιότυπους ουρανοξύστες – 5-στερα ξενοδοχεία. Διαφέρει ο προβληματισμός του ξενοδόχου στη Σαντορίνη με ελλείψεις υποδομών και εξάρτηση από ευαίσθητες αγορές, από εκείνον της Σερίφου που κλονίζεται από τη λειψυδρία ή του Πηλίου που απειλείται από τα μπλόκα και τους κλειστούς δρόμους. Και όμως, η θεσμική έκφραση του κλάδου συχνά επιχειρεί να δώσει ενιαίες απαντήσεις σε διαφορετικές πραγματικότητες.
Το αποτέλεσμα είναι μια γενικευτική προσέγγιση που τελικά δεν καλύπτει κανέναν επαρκώς και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές σε περιόδους κρίσης.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο εσωτερικό και δεν αφορά μόνο τους ξενοδόχους. Τίθεται και στο πώς αντιλαμβάνεται ο διεθνής παράγοντας τον ελληνικό τουρισμό. Ο ξένος συνεργάτης αναζητά μια συνεκτική, αξιόπιστη και τεκμηριωμένη προσέγγιση. Αντί για αυτό, συχνά έρχεται αντιμέτωπος με έναν κατακερματισμένο χώρο, χωρίς ενιαίο αφήγημα και χωρίς σαφή πρόταση αξίας. Όταν ο θεσμικός παράγοντας δεν πείθει τον ξένο ότι μιλάει εξ` ονόματος του συνόλου του κλάδου και μπορεί να έχει μια αντιπροσωπευτική αμφίδρομη σχέση, δεν μπορεί να δώσει αναπτυξιακή και υπερβατική προοπτική σε περιόδους κρίσης. Προφανώς ζούμε στην εποχή της ελεύθερης αγοράς, όπου ο κάθε επιχειρηματίας χαράζει και στηρίζει την πολιτική του, δεν παύει όμως να υπάρχουν κοινές κλαδικές συνιστάμενες που όταν αξιοποιηθούν αποτελούν δίχτυ ασφαλείας και μοχλό ανάπτυξης.
Τόσο η ΠΟΞ, όσο και ο ΣΕΤΕ με τα ακριβοπληρωμένα στελέχη του έχουν να κάνουν πολύ δουλειά για να ακούσουν τις φωνές και να κατανοήσουν τις ανάγκες του ευρύτερου κλάδου…και σίγουρα έχουν τη γνώση και εμπειρία αν το κάνουν. Το ερώτημα είναι πότε θα προσαρμόσουν το προσανατολισμό τους. Οι λύσεις δεν προκύπτουν μόνο μέσα από στατιστικά και μελέτες, ούτε από κρατικές χρηματοδοτήσεις. Προκύπτουν μέσα από τη δύσκολη εξίσωση, πως μπορεί ένας κλάδος να παράξει μόνος του υπεραξία σε ένα περιβάλλον που αλλάζει εσωτερικά και εξωτερικά.
Και εδώ βρίσκεται η χαμένη ευκαιρία.
Η ισχύς του ελληνικού τουρισμού δεν βρίσκεται μόνο στις επιμέρους επιτυχίες των επιχειρήσεων, αλλά στη δυνατότητα συλλογικής του έκφρασης. Στον συντονισμό, στη στρατηγική, στη διάχυση γνώσης και στη διαμόρφωση κοινής κατεύθυνσης. Και όλα αυτά δεν μπορούν να επιτευχθούν ερήμην της κλαδικής εκπροσώπησης. Ούτε μπορεί κανένα Κράτος σε κανένα πολιτικό ή οικονομικό σύστημα να διαχειριστεί μια κρίση ή ευκαιρία καλυτέρα από τους ανθρώπους του εκάστοτε κλάδου.
Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι τι θα κάνει το κράτος για τον τουρισμό.
Είναι πότε η θεσμική του εκπροσώπηση θα ανταποκριθεί στον ρόλο που της αναλογεί.
TornosNews.gr
