Η Λέσβος βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία από τις πιο σοβαρές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών στην κτηνοτροφία της, με τον αφθώδη πυρετό να έχει προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παραγωγή, την οικονομία και την κοινωνική συνοχή του νησιού. Και μέσα σε αυτή τη συγκυρία, μια παλιά προειδοποίηση επανέρχεται με εκκωφαντικό τρόπο και αποκτά προφητικό χαρακτήρα.
Ο κτηνίατρος και πρώην πρόεδρος του ΓΕΩΤΕΕ Αιγαίου, Γιάννης Τσακίρης, φέρνει στο προσκήνιο απόσπασμα δημοσίευσής του από το 2020, στο οποίο είχε θέσει με σαφήνεια την ανάγκη επανίδρυσης του κτηνιατρικού εργαστηρίου στη Λέσβο. Μια ανάγκη που τότε αγνοήθηκε – και σήμερα πληρώνεται.
Η Λέσβος, όπως και συνολικά τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη ζώνη. Η εγγύτητα με τα μικρασιατικά παράλια την καθιστά εκτεθειμένη σε ζωονόσους που ενδημούν στην ευρύτερη περιοχή, ενώ η περιορισμένη διαφάνεια σε ορισμένες περιπτώσεις ως προς την καταγραφή και δημοσιοποίηση επιδημιολογικών δεδομένων στη γειτονική χώρα επιτείνει την αβεβαιότητα. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι θεωρητικοί.
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Λέσβος αποτέλεσε σημείο εισόδου της νόσου της κυανής γλώσσας στην Ευρώπη, μιας ασθένειας που έκτοτε εμφανίζεται περιοδικά. Στα χρόνια που ακολούθησαν, στο νησί καταγράφηκαν και άλλες σοβαρές ζωονόσοι, όπως ο αφθώδης πυρετός, η ευλογιά και ο κακοήθης καταρροϊκός πυρετός, που απαιτούν άμεση και συντονισμένη αντιμετώπιση. Παράλληλα, ασθένειες πιο αργής εξέλιξης, όπως η λοιμώδης αγαλαξία, ο μελιταίος πυρετός, η προϊούσα πνευμονία και ο πυρετός Q, συνεχίζουν να επιβαρύνουν την κτηνοτροφία μέχρι και σήμερα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ύπαρξη ενός λειτουργικού κτηνιατρικού εργαστηρίου δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά κρίσιμη υποδομή. Η δυνατότητα άμεσου εργαστηριακού ελέγχου και ταυτοποίησης των παθογόνων παραγόντων είναι αυτή που καθορίζει την ταχύτητα αντίδρασης και, τελικά, την έκταση μιας επιδημίας. Χωρίς αυτήν, κάθε παρέμβαση καθυστερεί, κάθε απόφαση λαμβάνεται με μειωμένη ακρίβεια και κάθε κρίση αποκτά μεγαλύτερο βάθος.
Και όμως, η Λέσβος διέθετε κτηνιατρικό εργαστήριο. Το 2001 δημιουργήθηκε ένα από τα τέσσερα αντίστοιχα εργαστήρια της χώρας, σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από τον τότε Δήμο Μυτιλήνης. Ήταν μια επένδυση με σαφή στρατηγικό χαρακτήρα, που στόχευε ακριβώς στην ενίσχυση της θωράκισης του νησιού απέναντι σε ζωονόσους.
Η πορεία του όμως δεν ακολούθησε τον σχεδιασμό. Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Τσακίρης, το εργαστήριο δεν στελεχώθηκε ποτέ με εξειδικευμένο προσωπικό, δεν λειτούργησε ουσιαστικά και δεν κατάφερε να αναλάβει τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε. Τα δείγματα συνέχισαν να αποστέλλονται εκτός Λέσβου για ανάλυση, διατηρώντας το νησί εξαρτημένο από εξωτερικές δομές. Τελικά, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης προχώρησε στο κλείσιμό του, αφαιρώντας μια κρίσιμη δυνατότητα από την τοπική κτηνιατρική υποδομή.
Σήμερα, μέσα στην κρίση του αφθώδους πυρετού, το κενό αυτό γίνεται κάτι παραπάνω από χειροπιαστό. Η ανάγκη για άμεσες διαγνώσεις, για γρήγορη επιδημιολογική αποτύπωση και για στοχευμένες παρεμβάσεις προσκρούει σε μια βασική αδυναμία: την απουσία τοπικής εργαστηριακής υποστήριξης. Η διαχείριση εξαρτάται από τη μεταφορά δειγμάτων εκτός νησιού, γεγονός που επιβαρύνει τον χρόνο απόκρισης και, κατ’ επέκταση, την αποτελεσματικότητα των μέτρων.
Η παρέμβαση του Γιάννη Τσακίρη δεν περιορίζεται σε διαπιστώσεις. Από το 2020 είχε καταθέσει συγκεκριμένη πρόταση για την επανίδρυση του κτηνιατρικού εργαστηρίου, υπογραμμίζοντας ότι μια τέτοια δομή θα μπορούσε να επεκτείνει τη δραστηριότητά της και σε ελέγχους τροφίμων, ενισχύοντας συνολικά την προστασία της δημόσιας υγείας. Παράλληλα, είχε επισημάνει ότι η χρηματοδότηση ενός τέτοιου εγχειρήματος θα μπορούσε να εξασφαλιστεί είτε από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης είτε μέσω περιφερειακών και εθνικών προγραμμάτων, ακόμη και με τη μορφή προγραμματικών συνεργασιών με φορείς όπως το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και ο ΕΛΓΟ Δήμητρα.
Η συζήτηση που ανοίγει σήμερα δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά κυρίως το μέλλον. Η Λέσβος, με το μεγαλύτερο ζωικό κεφάλαιο στο Βόρειο Αιγαίο και με μια οικονομία που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κτηνοτροφία και τα προϊόντα της, δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς βασικές υποδομές βιοασφάλειας. Η απουσία κτηνιατρικού εργαστηρίου δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια· είναι μια στρατηγική αδυναμία που αποκαλύπτεται κάθε φορά που το νησί βρίσκεται αντιμέτωπο με μια υγειονομική κρίση.
Η «προφητική» δημοσίευση του 2020 λειτουργεί σήμερα ως υπενθύμιση, αλλά και ως προειδοποίηση. Όχι για το τι έγινε, αλλά για το τι δεν πρέπει να ξαναγίνει. Γιατί αν κάτι ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο η κρίση του αφθώδους πυρετού, είναι ότι η πρόληψη δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση.
ΠΗΓΗ https://www.lesvosnews.net/
