12 Νοεμβρίου 2022

Η Ελλάδα ξοδεύει περισσότερα για την Άμυνα από οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ: Με το βλέμμα στραμμένο στην Τουρκία



 Η Ελλάδα βρίσκεται μόνη της στην κορυφή, πιο πάνω ακόμα και από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κανένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ δεν υπερβαίνει τόσο σταθερά και ξεκάθαρα το στόχο που έθεσε η Συμμαχία το 2006 να δαπανάται τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ για την Άμυνα, όσο η Ελλάδα.

Τα παραπάνω αναφέρει σε ανταπόκριση του από τη Βιέννη, στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung, ο Michael Martens. Σημειώνει, μεταξύ άλλων:

Σύμφωνα με στοιχεία του ΝΑΤΟ, η χώρα ξόδεψε πέρυσι σχεδόν το 3,6% του ΑΕΠ της σε εξοπλισμούς. Στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 3,57%, ενώ στη Γερμανία μόλις 1,5%.

Σε απόλυτους αριθμούς, οι δαπάνες της Ελλάδας εξακολουθούν φυσικά να είναι χαμηλές, ειδικά από τη στιγμή που η ελληνική Οικονομία απέχει πολύ από το επίπεδο του 2008, του τελευταίου έτος πριν από το ξέσπασμα της κρίσης του δημοσίου χρέους.

Σε σχέση όμως με την οικονομική της δύναμη, η Αθήνα εξακολουθεί να επενδύει σημαντικούς πόρους στις Ένοπλες Δυνάμεις της, αυτό όμως συμβαίνει γιατί δεν έχει άλλη επιλογή.

Όπως και η Πολωνία, η οποία κατέχει την τρίτη θέση μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ με δαπάνες που ανέρχονται σχεδόν στο 2,34% του ΑΕΠ, η Ελλάδα συνορεύει με έναν εχθρικό ή τουλάχιστον απειλητικό γείτονα. Ό,τι είναι για την Πολωνία το εγκληματικό κράτος της Λευκορωσίας, είναι για την Ελλάδα η Τουρκία, ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.

Οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δεν ήταν σχεδόν ποτέ εύκολες, αλλά έχουν οξυνθεί ιδιαίτερα τους τελευταίους μήνες, με τις απειλές να προέρχονται ξεκάθαρα από την Τουρκία. Η Άγκυρα έχει επανειλημμένα απειλήσει ότι θα εισβάλει στα ελληνικά νησιά που βρίσκονται στα ανοιχτά των τουρκικών ακτών. Οι πολεμικές κραυγές δεν προέρχονται μόνο από χαμηλόβαθμους αξιωματούχους.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος της χώρας Ταγίπ Ερντογάν (Recep Tayyip Erdogan) προειδοποίησε ότι η Τουρκία «μπορεί να έρθει ξαφνικά μια νύχτα» και να εισβάλει στα νησιά (για τα οποία υποστήριξε ότι τα έχει καταλάβει η Ελλάδα).

Θεωρείται βέβαιο ότι η Τουρκία θα μπορούσε να προχωρήσει σε μία τέτοια ενέργεια από στρατιωτικής απόψεως, ακόμα κι αν το παράδειγμα της Κύπρου, όπου η Τουρκία κατέκτησε το 1974 το 1/3 του νησιού μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, βρίσκεται πολύ πίσω στο χρόνο.

Δεν είναι μόνο ο Erdogan που καταφεύγει σε φιλοπόλεμους τόνους. Ο εταίρος του στον κυβερνητικό συνασπισμό και κομμάτι της αντιπολίτευσης τον ανταγωνίζονται.

Πριν από λίγους μήνες, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί (Devlet Bahceli) από το ακροδεξιό Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος, ο οποίος εξασφαλίζει στον Erdogan την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, φωτογραφήθηκε δίπλα σε χάρτη, στον οποίο ακόμη και η Κρήτη φαινόταν να ανήκει στην Τουρκία.

Ο ηγέτης του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, Kemal Kilicdaroglu, έχει προκαλέσει τον Erdogan σε αρκετές περιπτώσεις, λέγοντας ότι αν είναι πραγματικός ηγέτης δεν θα πρέπει να μιλά για εισβολές, αλλά να ενεργεί ανάλογα.

Ως πρόσχημα για αυτές τις απειλές χρησιμεύουν οι Συνθήκες της Λωζάνης και των Παρισίων, οι οποίες χρονολογούνται από το 1923 και το 1947 αντίστοιχα. Η Τουρκία επισημαίνει ότι σύμφωνα με αυτά τα διεθνή κείμενα τα ελληνικά νησιά θα πρέπει να παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα, όμως η Αθήνα δεν τηρεί τα συμφωνηθέντα.

Πραγματικά, από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και μετά, η Ελλάδα σταθμεύει στρατεύματά της στα νησιά, υποστηρίζοντας ότι έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα -κυρίως επειδή η Τουρκία διαθέτει τεράστιο αποβατικό στόλο στη δυτική της ακτή. Στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες επιβεβαιώνουν ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επιτεθεί στα νησιά με τα μέσα που διαθέτει, ενώ μια ελληνική επίθεση στην Τουρκία είναι ένα μάλλον απίθανο ενδεχόμενο.

Φυσικά, κανείς στην Άγκυρα δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να εισβάλει στην Τουρκία ή έστω ότι σχεδιάζει να το κάνει. Οι απειλές του Erdogan μάλλον αποτελούν απόπειρα να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση στη χώρα του.

«Αν είχαμε πληθωρισμό 85% στην Ελλάδα, θα επιχειρούσα κι εγώ να αλλάξω θέμα», χλεύασε πριν από λίγες μέρες ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.

Το ότι η Ελλάδα παρέλυσε από τη γενική απεργία και τις διαμαρτυρίες την Τετάρτη, καθώς οι απεργοί δημόσιοι υπάλληλοι ζητούν υψηλότερους μισθούς επικαλούμενοι τον πληθωρισμό, μπορεί να φαντάζει σαν μια ειρωνική απάντηση στο σχόλιο του Μητσοτάκη, αλλά σε σύγκριση με την Τουρκία ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, ο οποίος αναμένεται να κυμανθεί σε λίγο πάνω από το 9%, είναι λιγότερο υψηλός.

Ο σαρκασμός του Μητσοτάκη ήταν αρκετά ασυνήθιστος, καθώς συνήθως φροντίζει κατά το δυνατόν να μην προκαλεί την Άγκυρα. Ξεκάθαρα αλλά με σύνεση ο επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης απορρίπτει τις τουρκικές απειλές και δηλώνει ότι η Ελλάδα θα υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα. Ωστόσο, συνδέει πάντοτε τις απαντήσεις του με την ετοιμότητα να διεξάγει διάλογο με τον Erdogan.

Όμως ο Τούρκος Πρόεδρος απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και δήλωσε ότι ο Μητσοτάκης δεν υπάρχει γι’ αυτόν. Εν τω μεταξύ, ο Μητσοτάκης και ο Έλληνας Υπουργός Άμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος έχουν τονίσει επανειλημμένα ότι η χώρα τους μπορεί να βασιστεί στους εταίρους στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. σε περίπτωση τουρκικής εισβολής.

Πράγματι, η αμυντική συνεργασία μεταξύ Ουάσιγκτον και Αθήνας είναι εδώ και πολύ καιρό η πιο στενή μεταξύ των δύο χωρών. Οι ΗΠΑ στρέφονται ολοένα και περισσότερο στην Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο, για παράδειγμα προωθώντας την επέκταση του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης που βρίσκεται στα βόρεια της χώρας και όχι μακριά από τα τουρκικά σύνορα. Αυτό εξοργίζει τον Erdogan, κάτι που δεν προσπαθεί να αποκρύψει καν.

Με τις απειλητικές του χειρονομίες πετυχαίνει όμως μόνο την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Για την Αθήνα, αυτό προσφέρει λίγο περισσότερη Ασφάλεια από έναν γείτονα που θεωρείται απρόβλεπτος.

Οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες μάλλον θα παραμείνουν υψηλές, για όσο διάστημα η Άγκυρα θα απειλεί τη γείτονά της –επομένως πιθανότατα για πολύ καιρό ακόμη.

Τίτλος: «Με το βλέμμα στραμμένο στην Τουρκία»
Υπότιτλος: «Η Ελλάδα ξοδεύει περισσότερα για την Άμυνα από οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΝΑΤΟ»

ΠΗΓΗ: Michael Martens, Frankfurter Allgemeine Zeitung