Του Γιώργου Λακόπουλου
Το περασμένο καλοκαίρι, όταν άρχισαν να κορυφώνονται οι προσφυγικές ροές στα ελληνικά νησιά, οι αρμόδιες υπηρεσίες παρατήρησαν δυο παράδοξα μεταξύ των προσφύγων.
Το ένα ήταν ότι αρκετοί από όσους προέρχονταν από τη Συρία, είχαν μαζί τους σημαντικά χρηματικά ποσά -σε ευρώ ή σε δολάρια- της τάξης των εκατοντάδων χιλιάδων σε κάποιες περιπτώσεις.
Το δεύτερο παράδοξο ήταν ότι, ειδικά μεταξύ των Σύρων, κυκλοφορούσαν κάποιοι ξενόγλωσσοι τύποι, και έπαιρναν επιτόπιες σύντομες συνεντεύξεις. Ήταν ίσως η πρώτη καταγραφή που έγινε, ανεπίσημη προφανώς.
Οι ίδιες υπηρεσίες έλυσαν σύντομα το μυστήριο. Όσοι κρατούσαν μαζί τους ολόκληρες περιουσίες, προέρχονταν από την μεσαία τάξη της Συρίας και φεύγοντας πήραν μαζί τους όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν, με πρόθεση να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους στο νέο τόπο εγκατάστασής τους.
Οι "καταγραφείς" ήταν Γερμανοί απεσταλμένοι που "ψάρευαν" εύπορους Σύρους, με καλή μόρφωση, για να τους προωθήσουν στη Γερμανία, καθώς Κέντρα καταγραφής δεν υπήρχαν ακόμη.
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε η γύμνια της ελληνικής πολιτικής στην κατανόηση και διαχείριση του προσφυγικού ρεύματος. Η κυβέρνηση δεν είχε κανένα σχεδιασμό και εξαντλούσε την παρουσία της σε ανθρωπιστικές σαπουνόφουσκες και αυτοϊκανοποίηση για τις "γιαγιάδες της Μυτιλήνης" -που χρίσθηκαν υποψήφιες για Νόμπελ, από κάποιους αιθεροβάμονες.
Την κυβερνητική αδράνεια δεν εκμεταλλεύθηκαν μόνο οι περίεργες ΜΚΟ που εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο, αλλά και κάποιες σοβαρές άτυπες κυβερνητικές αποστολές ευρωπαϊκών χωρών που στρατολογούσαν τον αφρό της συριακής προσφυγιάς.
Έκαναν δηλαδή αυτό που θα έπρεπε να κάνει η Ελλάδα και αναφέρει με καθυστέρηση πολλών μηνών ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Δημ. Μάρδας: να δημιουργήσει προϋποθέσεις μιας εύπορης συριακής κοινότητας που θα ζούσε και θα επένδυε επί ελληνικού εδάφους, έχοντας δυο επιπλέον κίνητρα: ήταν Χριστιανοί ορθόδοξοι και η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στις πατρίδες που άφησαν.
Ο Μάρδας έχει δίκιο όταν λέει ότι υπάρχει μια κατηγορία Σύρων προσφύγων που είναι σε θέση να τροφοδοτήσει την ελληνική οικονομία, αγοράζοντας ακίνητα και δημιουργώντας επιχειρήσεις επί ελληνικού εδάφους.
Προφανώς δεν το λέει τυχαία. Έχει υπόψη του τις υπηρεσιακές αναφορές του καλοκαιριού και γνωρίζει τι ακριβώς κάνουν οι άλλες χώρες με αυτή την κρίσιμη -και επωφελή για κάθε οικονομία- ομάδα προσφύγων.
Μόνο που τώρα πια είναι αργά. Το προσφυγικό άλλαξε από τότε πολλές φάσεις και οι άνθρωποι για τους οποίους μιλάμε βρίσκονται ήδη αλλού. Στην ουσία ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών καταγγέλλει την κυβέρνησή του που δεν αντελήφθη εγκαίρως τι μπορούσε να κάνει.
Δεν θα έλυνε το επενδυτικό πρόβλημα, όπως τον καρφώνουν τώρα οι δικοί του. Αλλά στην αναβροχιά, ήταν μια καλή ευκαιρία που χάθηκε. Δεν έχει σημασία αν ήλθε με το προσφυγικό ρεύμα. Όπως έλεγε ο Παλαμάς: "Το καλό πρέπει να το παίρνουμε όπου το βρίσκουμε".
Το περασμένο καλοκαίρι, όταν άρχισαν να κορυφώνονται οι προσφυγικές ροές στα ελληνικά νησιά, οι αρμόδιες υπηρεσίες παρατήρησαν δυο παράδοξα μεταξύ των προσφύγων.
Το ένα ήταν ότι αρκετοί από όσους προέρχονταν από τη Συρία, είχαν μαζί τους σημαντικά χρηματικά ποσά -σε ευρώ ή σε δολάρια- της τάξης των εκατοντάδων χιλιάδων σε κάποιες περιπτώσεις.
Το δεύτερο παράδοξο ήταν ότι, ειδικά μεταξύ των Σύρων, κυκλοφορούσαν κάποιοι ξενόγλωσσοι τύποι, και έπαιρναν επιτόπιες σύντομες συνεντεύξεις. Ήταν ίσως η πρώτη καταγραφή που έγινε, ανεπίσημη προφανώς.
Οι ίδιες υπηρεσίες έλυσαν σύντομα το μυστήριο. Όσοι κρατούσαν μαζί τους ολόκληρες περιουσίες, προέρχονταν από την μεσαία τάξη της Συρίας και φεύγοντας πήραν μαζί τους όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν, με πρόθεση να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους στο νέο τόπο εγκατάστασής τους.
Οι "καταγραφείς" ήταν Γερμανοί απεσταλμένοι που "ψάρευαν" εύπορους Σύρους, με καλή μόρφωση, για να τους προωθήσουν στη Γερμανία, καθώς Κέντρα καταγραφής δεν υπήρχαν ακόμη.
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε η γύμνια της ελληνικής πολιτικής στην κατανόηση και διαχείριση του προσφυγικού ρεύματος. Η κυβέρνηση δεν είχε κανένα σχεδιασμό και εξαντλούσε την παρουσία της σε ανθρωπιστικές σαπουνόφουσκες και αυτοϊκανοποίηση για τις "γιαγιάδες της Μυτιλήνης" -που χρίσθηκαν υποψήφιες για Νόμπελ, από κάποιους αιθεροβάμονες.
Την κυβερνητική αδράνεια δεν εκμεταλλεύθηκαν μόνο οι περίεργες ΜΚΟ που εμπορεύονταν τον ανθρώπινο πόνο, αλλά και κάποιες σοβαρές άτυπες κυβερνητικές αποστολές ευρωπαϊκών χωρών που στρατολογούσαν τον αφρό της συριακής προσφυγιάς.
Έκαναν δηλαδή αυτό που θα έπρεπε να κάνει η Ελλάδα και αναφέρει με καθυστέρηση πολλών μηνών ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Δημ. Μάρδας: να δημιουργήσει προϋποθέσεις μιας εύπορης συριακής κοινότητας που θα ζούσε και θα επένδυε επί ελληνικού εδάφους, έχοντας δυο επιπλέον κίνητρα: ήταν Χριστιανοί ορθόδοξοι και η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στις πατρίδες που άφησαν.
Ο Μάρδας έχει δίκιο όταν λέει ότι υπάρχει μια κατηγορία Σύρων προσφύγων που είναι σε θέση να τροφοδοτήσει την ελληνική οικονομία, αγοράζοντας ακίνητα και δημιουργώντας επιχειρήσεις επί ελληνικού εδάφους.
Προφανώς δεν το λέει τυχαία. Έχει υπόψη του τις υπηρεσιακές αναφορές του καλοκαιριού και γνωρίζει τι ακριβώς κάνουν οι άλλες χώρες με αυτή την κρίσιμη -και επωφελή για κάθε οικονομία- ομάδα προσφύγων.
Μόνο που τώρα πια είναι αργά. Το προσφυγικό άλλαξε από τότε πολλές φάσεις και οι άνθρωποι για τους οποίους μιλάμε βρίσκονται ήδη αλλού. Στην ουσία ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών καταγγέλλει την κυβέρνησή του που δεν αντελήφθη εγκαίρως τι μπορούσε να κάνει.
Δεν θα έλυνε το επενδυτικό πρόβλημα, όπως τον καρφώνουν τώρα οι δικοί του. Αλλά στην αναβροχιά, ήταν μια καλή ευκαιρία που χάθηκε. Δεν έχει σημασία αν ήλθε με το προσφυγικό ρεύμα. Όπως έλεγε ο Παλαμάς: "Το καλό πρέπει να το παίρνουμε όπου το βρίσκουμε".