Η διεθνής αεροπορική αγορά μπαίνει σε ζώνη έντονης αναταραχής, καθώς η νέα πετρελαϊκή κρίση που πυροδοτεί η κλιμάκωση της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν εκτοξεύει το κόστος καυσίμων, ασκεί πιέσεις στις αεροπορικές εταιρείες και σπρώχνει τα αεροπορικά εισιτήρια σε ακραίες αυξήσεις. Σε ορισμένα δρομολόγια οι τιμές εμφανίζονται έως και επτά φορές υψηλότερες, ενώ οι αναλυτές προειδοποιούν ότι αν δεν υπάρξει σύντομα αποκλιμάκωση, το σοκ μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση για ταξίδια σε μεγάλο μέρος του 2026.
Η διεθνής αεροπορική βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό χτύπημα: από τη μία η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και από την άλλη οι επιχειρησιακές ανατροπές που προκαλεί η αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό τόσο στις αγορές όσο και στις τιμές που βλέπει ο επιβάτης όταν αναζητά πτήση.
Η τιμή του αργού πετρελαίου, ξεπερνώντας χθες τα 110 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο που είχε να εμφανιστεί από το 2022. Την ίδια στιγμή, τα συμβόλαια Brent κατέγραψαν στιγμιαία άλμα έως και 29%, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για περικοπές στην προσφορά και για παρατεταμένες διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές. Σήμερα υπήρξε διόρθωση της τιμής καθώς κυμαίνεται επάνω από τα 90 δολάρια μετά τις δηλώσεις Τραμπ για άρση των κυρώσεων και επικοινωνία με τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντίμιρ Πούτιν, ωστόσο η εξέλιξή της παραμένει αβέβαιη.
Η πίεση μεταφέρεται με ταχύτητα στις αεροπορικές εταιρείες, καθώς το καύσιμο αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη δαπάνη τους μετά την εργασία και αντιστοιχεί συνήθως στο 20% έως 25% των λειτουργικών τους εξόδων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, σε ορισμένες περιπτώσεις οι τιμές του jet fuel έχουν ήδη διπλασιαστεί από την έναρξη της σύγκρουσης, επιβαρύνοντας περαιτέρω έναν κλάδο που ήδη πετά με περιορισμούς λόγω κλειστών ή επισφαλών εναέριων διαδρόμων.
Εισιτήρια-σοκ και κίνδυνος για τη ζήτηση
Το πιο άμεσο αποτύπωμα για τον καταναλωτή είναι οι εκρηκτικές αυξήσεις στα ναύλα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απευθείας πτήση Σεούλ–Λονδίνο για τις 11 Μαρτίου με την Korean Air, η οποία εμφανίστηκε στα 4.359 δολάρια, όταν επτά ημέρες νωρίτερα κόστιζε μόλις 564 δολάρια. Πρόκειται ουσιαστικά για αύξηση που αγγίζει τις επτά φορές.
Η εικόνα αυτή προκαλεί σοβαρές ανησυχίες για τη συνέχεια της χρονιάς. Όπως επισημαίνεται από αναλυτές της αγοράς, όταν το κόστος μετακίνησης γίνεται απαγορευτικό, η ταξιδιωτική δαπάνη των καταναλωτών περιορίζεται, ενώ και οι επιχειρήσεις μπορεί να αρχίσουν να «κόβουν» επαγγελματικά ταξίδια λόγω αβεβαιότητας. Το βασικό ρίσκο πλέον δεν είναι μόνο το αυξημένο λειτουργικό κόστος των αεροπορικών, αλλά και η πιθανότητα να αρχίσει να υποχωρεί η ίδια η ταξιδιωτική ζήτηση μέσα στο 2026.
Πως αντέδρασαν οι αεροπορικές εταιρίες
Η αεροπορική εταιρεία AIR NEW ZEALAND ήταν στις 10 Μαρτίου μια από τις πρώτες που ανακοίνωσε ευρείες αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων και επίσης ανέστειλε την πρόβλεψη κερδών για το οικονομικό έτος 2026 λόγω της πρωτοφανούς αστάθειας στις παγκόσμιες αγορές καυσίμων. Οι αυξήσεις τιμών για τα ναύλα οικονομικής θέσης απλής μετάβασης ορίζονται στα 10 δολάρια Νέας Ζηλανδίας (6 δολάρια) σε εσωτερικές διαδρομές, 20 δολάρια Νέας Ζηλανδίας σε διεθνείς πτήσεις μικρών αποστάσεων και 90 δολάρια Νέας Ζηλανδίας σε πτήσεις μεγάλων αποστάσεων, με περαιτέρω αλλαγές τιμών, δικτύου και χρονοδιαγράμματος να είναι πιθανές εάν το κόστος των καυσίμων παραμείνει υψηλό.
Η CATHAY PACIFIC AIRWAYS, αεροπορική εταιρία του Χονγκ Κονγκ, δήλωσε στις 10 Μαρτίου ότι πρόσθεσε πτήσεις προς Λονδίνο και Ζυρίχη τον Μάρτιο για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στις ταξιδιωτικές διαδρομές. Ανέφερε ότι επανεξετάζει μηνιαίως τις επιβαρύνσεις καυσίμων και τις διατήρησε σταθερές τον περασμένο μήνα στα 72,9 δολάρια σε πτήσεις μεταξύ Χονγκ Κονγκ και Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής.
Ο τοπικός αερομεταφορέας HONG KONG AIRLINES δήλωσε ότι θα αυξήσει τους ναύλους έως και 35,2% από τις 12 Μαρτίου, με την πιο απότομη αύξηση στις πτήσεις μεταξύ Χονγκ Κονγκ και Μαλδίβων, Μπαγκλαντές και Νεπάλ, όπου οι χρεώσεις θα αυξηθούν στα 384 δολάρια Χονγκ Κονγκ (49 δολάρια) από 284 δολάρια Χονγκ Κονγκ.
Η IAG, ιδιοκτήτρια της British Airways, δήλωσε στις 10 Μαρτίου ότι δεν σχεδιάζει να αυξήσει άμεσα τις τιμές των εισιτηρίων, καθώς έχει καλύψει μεγάλο μέρος των καυσίμων της για βραχυπρόθεσμο έως μεσοπρόθεσμο χρονικό διάστημα.
Η αυστραλιανή QANTAS AIRWAYS δήλωσε την Τρίτη ότι θα αυξήσει τους ναύλους στις διεθνείς διαδρομές της για την εβδομάδα της 9ης Μαρτίου και ότι εξετάζει το ενδεχόμενο προσθήκης χωρητικότητας στις υπάρχουσες διαδρομές της στην Ευρώπη τους επόμενους μήνες.
Η SAS (Scandinavian Airlines), κυρίαρχη αεροπορική εταιρεία στις σκανδιναβικές χώρες, δήλωσε στις 10 Μαρτίου ότι εφάρμοσε προσωρινή προσαρμογή τιμών λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της αεροπορικής εταιρείας UNITED, Scott Kirby, δήλωσε στις 6 Μαρτίου ότι αναμένει «σημαντικό» πλήγμα στα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του αερομεταφορέα από την αύξηση των τιμών καυσίμων.
Η αεροπορική εταιρεία VIETNAM AIRLINES, με έδρα το Βιετνάμ, δήλωσε ότι ζήτησε κυβερνητική βοήθεια για την άρση ενός περιβαλλοντικού φόρου στα καύσιμα, καθώς το λειτουργικό κόστος για τις βιετναμέζικες αεροπορικές εταιρείες έχει αυξηθεί κατά περίπου 70% λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων, σύμφωνα με τοπικούς αξιωματούχους.
Βουτιά στις μετοχές και προειδοποιήσεις για αεροσκάφη στο έδαφος
Οι πιέσεις αποτυπώθηκαν άμεσα και στα χρηματιστήρια χθες. Στην Ασία, η Korean Air Lines υποχώρησε κατά 8,6%, η Air New Zealand κατά 7,8% και η Cathay Pacific κατά 5%. Στην Ευρώπη, οι μετοχές των Air France, IAG – μητρικής της British Airways –, Wizz Air και Lufthansa κατέγραψαν πτώση από 2,5% έως 6%, ενώ στις ΗΠΑ οι μεγάλες αεροπορικές κινούνταν περίπου 4% χαμηλότερα στις προσυνεδριακές συναλλαγές.
Το μήνυμα των αναλυτών είναι σαφές: αν δεν υπάρξει άμεσα ανακούφιση στο μέτωπο του κόστους, ο κλάδος μπορεί να δει ακόμη και χιλιάδες αεροσκάφη καθηλωμένα, ενώ οι οικονομικά πιο αδύναμοι αερομεταφορείς ενδέχεται να βρεθούν μπροστά σε κρίση βιωσιμότητας. Η σύγκριση που γίνεται με το 2005, όταν το σοκ στις τιμές καυσίμων μετά τους τυφώνες Katrina και Rita οδήγησε σε εκτεταμένες αναταράξεις και πτωχευτικές διαδικασίες μεγάλων αεροπορικών στις ΗΠΑ, δείχνει το μέγεθος του φόβου που διαμορφώνεται σήμερα στην αγορά.
Ακυρώσεις, παρακάμψεις και νέα επιχειρησιακή ασφυξία
Πέρα από το καύσιμο, οι αεροπορικές καλούνται να διαχειριστούν και το αυξημένο επιχειρησιακό κόστος από τις παρακάμψεις δρομολογίων. Με κλειστούς ή επισφαλείς εναέριους χώρους στη Μέση Ανατολή, οι εταιρείες αναγκάζονται να αλλάζουν πορείες, να φορτώνουν επιπλέον καύσιμα ή να προγραμματίζουν επιπρόσθετες στάσεις ανεφοδιασμού, ώστε να καλυφθούν απέναντι σε ξαφνικές εκτροπές ή μεγαλύτερες διαδρομές μέσω ασφαλέστερων διαδρόμων.
Από τις 28 Φεβρουαρίου έως τις 8 Μαρτίου, περισσότερες από 37.000 πτήσεις από και προς τη Μέση Ανατολή έχουν ακυρωθεί, σύμφωνα με στοιχεία της Cirium. Το μέγεθος είναι ενδεικτικό της αναταραχής που εξελίσσεται σε έναν από τους πιο κομβικούς αεροπορικούς χώρους του πλανήτη.
Η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη αν ληφθεί υπόψη ο ρόλος των μεγάλων αερομεταφορέων του Κόλπου. Emirates, Qatar Airways και Etihad μεταφέρουν υπό κανονικές συνθήκες περίπου το ένα τρίτο των επιβατών από την Ευρώπη προς την Ασία και πάνω από το 50% των επιβατών από την Ευρώπη προς την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τα κοντινά νησιωτικά συμπλέγματα του Ειρηνικού. Οποιαδήποτε αναστάτωση στη λειτουργία τους έχει, συνεπώς, ευθεία επίδραση στο παγκόσμιο δίκτυο συνδέσεων.
Την ίδια στιγμή, το αεροδρόμιο του Μουσκάτ στο Ομάν ζήτησε από τους χειριστές ιδιωτικών αεροσκαφών να αποφεύγουν πρόσθετες πτήσεις, δίνοντας προτεραιότητα σε κυβερνητικές και εμπορικές πτήσεις. Παράλληλα, ο Τούρκος υπουργός Μεταφορών ανακοίνωσε ότι οι πτήσεις προς Ιράκ, Συρία, Λίβανο και Ιορδανία από τις Turkish Airlines, AJet, Pegasus και SunExpress ακυρώνονται έως και τις 13 Μαρτίου.
Χριστίνα Λαΐνοπούλου
ΠΗΓΗ https://tornosnews.gr/
