15 Οκτωβρίου 2008

Η επιστολή των εισαγγελέων φωτογραφίζει 2 υφυπουργούς


Που υπέγραψαν για την παραχώρηση της Βιστωνίδας

Μία χειρόγραφη σημείωση στην επιστολή παραίτησης των εισαγγελέων οριοθετεί  τις ευθύνες υφυπουργών που εντόπισαν με βάση τα στοιχεία της έρευνας για την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου. Στην επιστολή τους οι εισαγγελείς κ.κ. Κολιούσης  και Σωτηροπούλου δεν κατονομάζουν, αλλά θεωρείται ότι... φωτογραφίζουν ως εμπλεκόμενους στην υπόθεση τους υφυπουργούς Π. Δούκα (πάνω) και Αλ. Κοντό
Πιθανή εμπλοκή τριών τουλάχιστον νυν και πρώην υπουργών και υφυπουργών της κυβέρνησης Καραμανλή προκύπτει με βάση τις υπουργικές αποφάσεις που κατοχύρωσαν στη Μονή Βατοπεδίου τη Βιστωνίδα και στη συνέχεια τις αμαρτωλές ανταλλαγές γης σε όλη την Ελλάδα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η εισαγγελική έρευνα του κ. Κολιούση και της κ. Σωτηροπούλου έφτασε στα ονόματα των κ.κ. Πέτρου Δούκα, Αλέκου Κοντού και Ευάγγελου Μπασιάκου. Ο κ. Δούκας με την ιδιότητα του υφυπουργού Οικονομικών τον Ιούνιο του 2004 συναίνεσε με την απόφαση υπ΄ αριθμόν 1046300/3944/Α0010/7-6-2004, έτσι ώστε το Ελληνικό Δημόσιο να αποσυρθεί από τη δικαστική υπόθεση που αφορούσε τη Μονή Βατοπεδίου σχετικά με τη λίμνη Βιστωνίδα. Πρόκειται ουσιαστικά για την απόφαση που άνοιξε την πόρτα στον κ. Εφραίμ και έθεσε σε εφαρμογή
ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΦΩΣ
Με τις υπογραφές τους το Δημόσιο παραιτήθηκε υπέρ της Μονής Βατοπεδίου από τη Βιστωνίδα και άρχισαν οι ανταλλαγές
την υλοποίηση του μεγάλου σκανδάλου. Ο κ. Μπασιάκος με την ιδιότητα του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, με την υπ΄ αριθμόν 3822/25-1-2005 απόφαση, έδωσε το πράσινο φως στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου ώστε να προχωρήσει το θέμα των ανταλλαγών εκτάσεων στην ελληνική επικράτεια με τη λίμνη Βιστωνίδα. Τέλος, στις 26 Ιουλίου 2006, ο κ. Δούκας, με την ιδιότητα του υφυπουργού Οικονομικών, και ο κ. Αλέκος Κοντός, με την ιδιότητα του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, υπέγραψαν την κοινή υπουργική απόφαση, σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκαν οι σκανδαλώδεις ανταλλαγές μεταξύ της Μονής Βατοπεδίου και του Ελληνικού Δημοσίου. Σύμφωνα με νομικούς κύκλους, από την έρευνα των δύο εισαγγελέων δεν θα μπορούσαν να προκύψουν ποινικές ευθύνες εις βάρος των πρώην υφυπουργών Οικονομικών, Γιώργου Δρυ και Απόστολου Φωτιάδη, διότι έχει επέλθει ο χρόνος παραγραφής στην τέλεση οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος σχε τικά με την υπόθεση. Η σβησμένη λέξη
Η δισέλιδη επιστολή που παρέδωσαν χθες στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Κυριάκο Καρούτσο είναι δακτυλογραφημένη, αλλά όπως προκύπτει από την πρώτη ανάγνωση έχουν σβηστεί με «μπλάνκο» κάποιες λέξεις και στη θέση τους έχει γραφτεί χειρόγραφα η λέξη «υφυπουργών».

Η χειρόγραφη αυτή σημείωση, που φέρεται να έχει αντικαταστήσει τις λέξεις «μελών της κυβέρνησης», αποδίδεται σε έναν από τους συντάκτες της επιστολής και έγινε με κοινή συναίνεση και των δύο εισαγγελικών λειτουργών, οι οποίοι από την έρευνά τους- όπως ρητά αναφέρουν- εντόπισαν στοιχεία «που σχετίζονταν με τη λειτουργία υφυπουργών και επομένως δεν είχαμε πλέον την αρμοδιότητα για περαιτέρω έρευνα, αλλά η σχετική υπόθεση έπρεπε να υποβληθεί διά του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στη Βουλή των Ελλήνων, η οποία είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για την αξιολόγησή της». Σκοπός τους- όπως ερμηνεύεται από δικαστικούς κύκλους- ήταν να δείξουν με ακρίβεια προς ποια ακριβώς κατεύθυνση είχαν εντοπίσει ποινικές ευθύνες και ότι το αποτέλεσμά τους δεν ήταν γενικό και αόριστο, όπως ορισμένοι ετεροχρονισμένα έσπευσαν να τους χρεώσουν.


Επιμένει να μη στέλνει στη Βουλή τoν φάκελο ο Σανιδάς

«ΠΟΤΕ δεν απειλήθηκαν, ούτε πιέστηκαν οι δύο εισαγγελείς», δηλώνει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αποφεύγοντας ωστόσο να ερμηνεύσει την παραίτησή τους, καθώς ο ίδιος εμμένει στην άποψη ότι η υποβολή δικογραφίας στη Βουλή ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του προϊσταμένου της Εισαγγελίας και όχι των εισαγγελέων που διενεργούν την έρευνα.

Προς επίρρωση της θέσης του μάλιστα ανέφερε χθες ότι και στην υπόθεση της ΔΕΚΑ το 2001, ο τότε προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Ι. Σακελλάκος επέστρεψε τη δικογραφία στον εισαγγελέα Δ. Ασπρογέρακα με την υπόδειξη να συνεχίσει την έρευνα, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος είχε την άποψη ότι έπρεπε να διαβιβαστεί στη Βουλή για τη διερεύνηση τυχόν ευθυνών υπουργών.

Άλλαξε ο νόμος
Έκτοτε ωστόσο, ο νόμος περί ευθύνης υπουργών έχει αλλάξει και σε συνδυασμό με το Σύνταγμα, μόνη αρμόδια αρχή να εξετάσει και να εκφράσει άποψη για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες υπουργών ή υφυπουργών είναι η Βουλή, στην οποία αυτός που ενεργεί την έρευνα είναι υποχρεωμένος να διαβιβάσει αμελλητί κάθε σχετικό στοιχείο χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση. Ο κ. Σανιδάς όμως έχει αντίθετη άποψη, την οποία- όπως ο ίδιος δήλωσε χθες- υποστηρίζει από το 1985. Εκτιμά δηλαδή ότι από το άρθρο 86 του Συντάγματος και τον νόμο 3126/2003, η δικογραφία διαβιβάζεται στη Βουλή μόνο εφόσον από τα σε βάρος υπουργών στοιχεία προκύπτει μια άξια λόγου πιθανολόγηση ποινικής και όχι πολιτικής ευθύνης. Επικαλείται μάλιστα ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, τον καθηγητή του Ποινικού Δικαίου Ν. Ανδρουλάκη και το βιβλίο του «Γύρω από την ποινική ευθύνη υπουργών», καθώς και τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου και βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Α. Λοβέρδο και το βιβλίο του «Η ποινική ευθύνη των μελών της Κυβερνήσεως και Υφυπουργών».

Αναφερόμενος στην επίμαχη υπόθεση, ο κ। Σανιδάς σχολίασε: «Να ολοκληρωθεί εδώ και μετά να πάει στη Βουλή. Και τότε όποιος έφταιξε, να πληρώσει». Δεν έκρυψε πάντως τη δυσαρέσκειά του όταν πληροφορήθηκε πως ο Πρωθυπουργός ζητεί να διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή. «Αν έχει γίνει έτσι, δεν θα είναι παρέμβαση στο έργο μας;», αναρωτήθηκε.
Πηγή τα νέα