29 Σεπτεμβρίου 2008

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΚΠΟΙΖΩ ΜΕ ΘΕΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Επιστολή της ΕΚΠΟΙΖΩ προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για ανάκληση μη νομίμων κανονιστικών της πράξεων και εγκυκλίων

Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. απέστειλε στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γ. Προβόπουλο, τη συνημμένη επιστολή περιγράφοντας, με αφορμή και πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, συγκεκριμένες υπερβάσεις αρμοδιοτήτων της Τράπεζας της Ελλάδος σε όφελος των πιστωτικών ιδρυμάτων που οδήγησαν στην εδραίωση παράνομων και καταχρηστικών πρακτικών και προκάλεσαν τεράστια ζημία στο καταναλωτικό κοινό. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εκδώσει, τα τελευταία χρόνια, πράξεις και εγκυκλίους, χωρίς μάλιστα να είναι αρμόδια, με τις οποίες προβαίνει σε παραδοχές για τη νομιμότητα συγκεκριμένων πρακτικών, που, ωστόσο, και με πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις έχουν κριθεί παράνομες και καταχρηστικές. Πρόκειται για πρακτικές, οι οποίες τελικά οδήγησαν στην διατήρηση και ανάπτυξη καταχρηστικών πρακτικών που επιφέρουν κατ’ έτος τεράστια οικονομική ζημία στους καταναλωτές, πλήττοντας μάλιστα κατ’ εξοχήν ευαίσθητες κατηγορίες του πληθυσμού.

Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ καλεί για τους παραπάνω λόγους τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ενόψει και της ανάληψης των καθηκόντων του, να επανεξετάσει τις παραπάνω πράξεις και εγκυκλίους ως προς την νομιμότητά τους και να αποκαταστήσει στα επιτρεπόμενα πλαίσια την άσκηση της εποπτικής αρμοδιότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών. Με δεδομένο ότι οι εν λόγω υπερβάσεις αναδεικνύουν σοβαρές θεσμικές καταχρήσεις και σοβαρότατα ελλείμματα στην οργάνωση της προστασίας του καταναλωτικού κοινού στο πεδίο γενικά των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, κοινοποιεί την παραπάνω επιστολή στον Πρωθυπουργό, τους αρμόδιους Υπουργούς, τα κόμματα και τους βουλευτές.

Πράγματι, το πρόβλημα με την Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιορίζεται μόνο, όπως θα θεωρούσε κανείς, στο γεγονός ότι τα τελευταία ιδίως χρόνια παρέμεινε αδρανής στην προστασία των καταναλωτών. Η Τράπεζα της Ελλάδος όχι μόνο δεν άσκησε τις όσες αρμοδιότητες είχε για την προστασία των καταναλωτών, αλλά αντιθέτως, κατ’ αποτέλεσμα υπερέβη αρμοδιότητες για να επιτρέψει την εδραίωση στην τραπεζική αγορά παράνομων και καταχρηστικών πρακτικών των τραπεζών.

Σε πλήθος περιπτώσεων και επανειλημμένα στο παρελθόν, η Τράπεζα της Ελλάδος διέθεσε το θεσμικό της κύρος για να δυσχεράνει τους δικαστικούς μας αγώνες και την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων. Με αδικαιολόγητες ασάφειες παρέδωσε προσχήματα στις τράπεζες για να εξακολουθούν αδιαφανείς πρακτικές και χρεώσεις. Μάλιστα, κατά το μέρος που οι εν λόγω υπερβάσεις αρμοδιοτήτων οδήγησαν στην ανάπτυξη καταχρηστικών πρακτικών, η Τράπεζα της Ελλάδος φέρει σοβαρότατη ευθύνη απέναντι στο καταναλωτικό κοινό. Εκείνο ωστόσο που πλέον προέχει είναι να προβεί η Τράπεζα της Ελλάδος στην κατάργηση των κανονιστικών της πράξεων και ανάκληση εγκυκλίων και εγγράφων που έχουν εκδοθεί καθ’ υπέρβαση αρμοδιοτήτων και ζημίωσαν το καταναλωτικό κοινό.

Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ διατηρεί αμφιβολίες κατά πόσον η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί πράγματι να ανταποκριθεί στην αποστολή της προστασίας των συναλλασσομένων με τις τράπεζες. Αμφισβητεί γενικότερα την καταλληλότητά της να εκδίδει κανονιστικές πράξεις καθώς δεν διαθέτει, ιδίως με την οργανωτική υπαγωγή της στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ανάλογη δημοκρατική νομιμοποίηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν γνωρίζει και δεν έχει υλοποιήσει ποτέ διαδικασίες διαλόγου με άλλους πλην της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών φορείς. Ενδιαφερόμενη πρωτίστως για τη φερεγγυότητα και αποτελεσματικότητα του τραπεζικού συστήματος και τον έλεγχο των τραπεζικών εταιρειών, υποβαθμίζει κατά την άσκηση της εποπτείας της το ενδιαφέρον της για το – εκλαμβανόμενο ως ανταγωνιστικό - έργο της προστασίας των συμφερόντων των συναλλασσομένων με τις τράπεζες. Άλλωστε, παγιωμένες καταστάσεις στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της δεν της επιτρέπουν να αναπτύξει εξειδικευμένη ευαισθησία για τα θέματα της προστασίας των καταναλωτών.

Τα παραπάνω δεν αμφισβητούν τον καθοριστικό ρόλο που (μπορεί να) διαδραματίζει η Τράπεζα της Ελλάδος στη διασφάλιση της φερεγγυότητας του τραπεζικού συστήματος. Μέχρι μάλιστα την καθιέρωση ενός αποτελεσματικότερου συστήματος προστασίας των καταναλωτών στο πεδίο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, αναπόφευκτα θα εξακολουθεί να δέχεται τις προσδοκίες των καταναλωτών για συμβολή της στην προστασία τους στις τραπεζικές συναλλαγές, στην προαγωγή του υπεύθυνου δανεισμού, στην πρόληψη της υπερχρέωσης. Προσδοκίες, ωστόσο, που μέχρι σήμερα απογοητεύονται, και αυτό πρέπει να αλλάξει।






Προς

Κο ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΗ

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Κύριε Διοικητά,

Στο πλαίσιο του σκοπού της η “Ένωση Καταναλωτών Ποιότητας Ζωής” (Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ), που είναι αναγνωρισμένη ένωση καταναλωτών σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Ν. 2251/94, αφιερώνει σημαντικό μέρος των δυνάμεών της για την προστασία των καταναλωτών από παράνομες και καταχρηστικές πρακτικές πιστωτικών ιδρυμάτων, την ενίσχυση των κανόνων που προάγουν τον υγιή ανταγωνισμό στον τραπεζικό τομέα και την προστασία των καταναλωτών. Για την προαγωγή του σκοπού αυτού η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ παρέχει πληροφόρηση και συμβουλές στους καταναλωτές, αξιοποιεί τους θεσμούς της συλλογικής δικαστικής προστασίας, διαμεσολαβεί στην προαγωγή των αιτημάτων των καταναλωτών, απευθύνεται σε αρμόδιους θεσμούς εποπτείας, επιδιώκει τον διάλογο με όλους τους, εμπλεκόμενους στην εν λόγω παροχή υπηρεσιών, φορείς.

Όπως εξάλλου γνωρίζετε, η ΕΚΠΟΙΖΩ έχει ασκήσει, την τελευταία δεκαετία, αρκετές συλλογικές αγωγές κατά πιστωτικών ιδρυμάτων που όλες είχαν στο συντριπτικό τους μέρος επιτυχή έκβαση. Οι αγωγές αυτές, με την αποδοχή που είχαν από τη Δικαιοσύνη, κατέδειξαν με τον πλέον έγκυρο και αναμφισβήτητο τρόπο ότι τα πιστωτικά ιδρύματα εκμεταλλεύονται τη διαπραγματευτική αδυναμία των καταναλωτών και επιβάλλουν παράνομους όρους και καταχρηστικές πρακτικές.

Τούτο σε όλους τους τομείς, δηλαδή στις συμβάσεις πιστωτικών καρτών, και γενικά της καταναλωτικής πίστης, στη στεγαστική πίστη, στις συμβάσεις καταθέσεων, σε διάφορες τραπεζικές εργασίες.

Η έκταση των παρανομιών που διαπιστώνουν οι δικαστικές αποφάσεις είναι μεγάλη και η ζημία, την οποία έχουν υποστεί οι καταναλωτές είναι τεράστια. Δεν είναι άλλωστε λίγες και οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί επί ατομικών αγωγών και διατάσσουν την επιστροφή των αδικαιολόγητων και παρανόμων επιβαρύνσεων των καταναλωτών.

Για προφανείς όμως πρακτικούς λόγους οι καταναλωτές δεν έχουν τη δυνατότητα να επιτυγχάνουν την αποκατάσταση των αδικιών που υφίσταται από παράνομες τραπεζικές πρακτικές.

Άλλωστε, τα πιστωτικά ιδρύματα συχνά παρακάμπτουν τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται και επί συλλογικών αγωγών, προβαίνοντας σε προσχηματικές αλλαγές της συμπεριφοράς τους ή αναπληρώνοντας τις παράνομες πρακτικές από άλλες. Οι καταχρηστικές συμπεριφορές πλήττουν δε περισσότερο τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, τα οποία, ενώ υποχρεώνονται να εξυπηρετούν την πίστωση (ιδίως αυτή μέσω πιστωτικών καρτών) στα υψηλότερα επιτόκια της ευρωζώνης, επιβαρύνονται εντέλει ακόμη περισσότερο με διάφορους καταχρηστικούς και αδιαφανείς όρους.

Δεν υπάρχει, εξάλλου, αμφιβολία ότι η έκταση του φαινομένου οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην αδράνεια που επιδεικνύουν οι αρμόδιες εποπτικές αρχές, ιδίως το Υπουργείο Ανάπτυξης και η Τράπεζα της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει περιορισμένες αλλά αξιόλογες αρμοδιότητες για την προστασία των καταναλωτών. Οι καταναλωτές, ελλείψει και ενός σύγχρονου και ορθολογικότερα οργανωμένου συστήματος εποπτείας, απευθύνουν συχνά στην Τράπεζα της Ελλάδος προσδοκίες προστασίας από τις παράνομες και καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών. Προσδοκίες που ωστόσο διαψεύδονται.

Το πρόβλημα, όμως, με την Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιορίζεται απλά στο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια παρέμεινε κατά βάση αδρανής στον εν λόγω τομέα. Η ΤτΕ όχι μόνο δεν άσκησε τις περιορισμένες πράγματι αρμοδιότητές της για την προστασία των καταναλωτών, αλλά αντιθέτως, κατ’ αποτέλεσμα υπερέβη αρμοδιότητες για να επιτρέψει την εδραίωση στην τραπεζική αγορά παράνομων και καταχρηστικών πρακτικών των τραπεζών. Πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις έρχονται να επιβεβαιώσουν την εν λόγω εκτίμηση. Ενδεικτικά και μόνο, περιοριζόμενοι στα θέματα δύο πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων (Εφετείο Αθηνών 3499/2008, 3956/2008), αναφέρουμε τα παρακάτω:

1) Με σχετική διευκρινιστική εγκύκλιο προς τα πιστωτικά ιδρύματα (αρ. πρωτ. 199/17.3.2003), δίχως να είναι αρμόδια να αποφανθεί επί τούτου, επέτρεψε τον αναδρομικό εκτοκισμό των συναλλαγών που διενεργούνται μέσω πιστωτικής κάρτας από την ημέρα καταχώρισης της συναλλαγής μέχρι την ημέρα που θα έπρεπε σύμφωνα με το μηνιαίο λογαριασμό που αποστέλλεται να πληρωθεί η αξία των συναλλαγών, επιβαρύνοντας τους αδύναμους καταναλωτές που αναγκάζονται να χρησιμοποιούν την πιστωτική κάρτα ως μέσο πίστωσης με πρόσθετους τόκους κατά μέσο όρο 35 ημερών. Τούτο ενώ, όπως άριστα γνωρίζει η ΤτΕ, η εν λόγω περίοδος έχει οργανωθεί από τις ίδιες τις τράπεζες ως περίοδο εκκαθάρισης και πληρωμής, καθώς την παραχώρηση της χρήσης του κεφαλαίου τους γι’ αυτή την περίοδο και το κέρδος τους καλύπτουν μέσα από την προμήθεια που εισπράττουν από το κατάστημα, το κόστος της οποίας μετακυλύεται μέσα από τη τιμή του προϊόντος στους καταναλωτές.

2) Ενώ από το 2001 έχουν κριθεί καταχρηστικές οι προμήθειες ανάληψης μετρητών (δανείου) μέσω πιστωτικής κάρτας (ΑΠ 1219/2001), η ΤτΕ με εγκυκλίους και πράξεις της (ΕΤΠΘ 178/2004), επέτρεψε την περαιτέρω εφαρμογή τους με μεταβολή χαρακτηρισμών και τρόπου υπολογισμού.

Το όφελος των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις δύο παραπάνω καταχρηστικές πρακτικές σε βάρος των καταναλωτών που αναγκάζονται να χρησιμοποιούν την πιστωτική κάρτα ως μέσο πίστωσης αποτιμάται σε 280 εκατομμύρια ευρώ για κάθε έτος.

3) Από το 2001 απόφαση του Αρείου Πάγου (1219/01) υποχρέωνε τα πιστωτικά ιδρύματα να αναπροσαρμόζουν τα επιτόκια με αναφορά σε συγκεκριμένους δείκτες. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε επ’ αυτού την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, την οποία ωστόσο ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να εφαρμόσει όσο τα επιτόκια του κόστους του χρήματος είχαν καθοδική πορεία. Το αποτέλεσμα είναι δανειολήπτες της περιόδου 2001-2003 να επιβαρυνθούν τα επόμενα χρόνια με αδικαιολόγητους πρόσθετους τόκους που μόνο στα στεγαστικά δάνεια απέφεραν (και εξακολουθούν να επιφέρουν) αθέμιτα κέρδη που υπερβαίνουν τα 900 εκατομμύρια ευρώ. Το εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι ότι, ενώ πλέον ήταν σαφές ότι θα ακολουθούσε ανοδική πορεία του κόστους του χρήματος, η Τράπεζα της Ελλάδος με την ΕΤΠΘ 178/2004 προέβλεψε τη δυνατότητα των τραπεζών να επιβάλλουν, μέσω των συμβάσεών τους, την αύξηση των κυμαινομένων επιτοκίων σε πολλαπλάσιο της μεταβολής των επιτοκίων αναφοράς. Δηλαδή, όχι μόνο να αναπροσαρμόζουν (αυξάνουν) το επιτόκια προκειμένου να εξασφαλίζουν το σταθερό τους κέρδος αλλά να εκμεταλλεύονται την αύξηση των επιτοκίων αναφοράς για να πολλαπλασιάσουν το κέρδος τους.

4) Στην περίπτωση των στεγαστικών δανείων η Τράπεζα της Ελλάδος με εγκυκλίους που εξέδωσε και επέτρεπαν την επιβάρυνση των καταναλωτών για την υποβολή αιτήματος χορηγήσεως δανείων (αρ. πρωτ. 53/16.1.2003) έδωσε προσχήματα στις τράπεζες να εξακολουθήσουν την καταχρηστική και αδιαφανή πρακτική των «εξόδων δανείου», χρεώνοντας την απλή υποβολή αιτήματος για χορήγηση δανείου.

5) Ενώ μάλιστα η Ένωσή μας είχε καταθέσει αγωγή ζητώντας να κηρυχθούν καταχρηστικοί οι όροι που προέβλεπαν τα λεγόμενα έξοδα αδράνειας των λογαριασμών καταθέσεων, όπως και τελικά έγινε δεκτό με τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε την ΕΤΠΘ 234/2006 που επέτρεπε την επιβολή τους όταν δεν θίγεται το κεφάλαιο της κατάθεσης.

6) Ενώ ομοίως είχε κατατεθεί από την Ένωσή μας συλλογική αγωγή με την οποία ζητούσαμε να κηρυχθεί καταχρηστικός όρος που χρέωνε τις κινήσεις των λογαριασμών καταθέσεων όταν υπερέβαιναν ορισμένο αριθμό κινήσεων, η ΤτΕ εισήγαγε και πάλι ρύθμιση (ΕΤΠΘ 243/2007) που επέτρεπε τις εν λόγω επιβαρύνσεις των καταναλωτών όταν υπερέβαιναν τον παραπάνω κατά βάση αριθμό κινήσεων.

Είναι φανερό ότι η ΤτΕ υπερέβη την αρμοδιότητά της που περιορίζεται σε θέματα διαφάνειας (ενημέρωσης) των συναλλασσομένων, για να εκλογικεύσει παράνομες και καταχρηστικές πρακτικές των τραπεζών. Σε πλήθος περιπτώσεων και επανειλημμένα στο παρελθόν, διέθεσε το θεσμικό της κύρος για να δυσχεράνει τους δικαστικούς μας αγώνες και την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το μέρος που οι εν λόγω υπερβάσεις αρμοδιοτήτων οδήγησαν στην ανάπτυξη και διατήρηση καταχρηστικών πρακτικών, φέρει η ΤτΕ σοβαρότατη ευθύνη απέναντι στο καταναλωτικό κοινό. Εκείνο, ωστόσο, που προέχει είναι να προβεί πλέον στην κατάργηση των κανονιστικών της πράξεων και ανάκληση εγκυκλίων και εγγράφων που έχουν τα παραπάνω γνωρίσματα.

Με αφορμή λοιπόν και τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, που θεμελιώνουν και τα εκτεθέντα παραπάνω, σας καλούμε να επανεξετάσετε ως προς την νομιμότητά τους και να αποκαταστήσετε στα επιτρεπόμενα πλαίσια την άσκηση της εποπτικής αρμοδιότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών.

Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ έχει σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσον η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί πράγματι να ανταποκριθεί στην αποστολή της προστασίας των συναλλασσομένων με τις τράπεζες. Αμφισβητεί την καταλληλότητά της να εκδίδει κανονιστικές πράξεις καθώς δεν διαθέτει, ιδίως με την οργανωτική υπαγωγή της στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ανάλογη δημοκρατική νομιμοποίηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν γνωρίζει και δεν έχει υλοποιήσει ποτέ διαδικασίες διαλόγου με άλλους πλην της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών φορείς.

Ενδιαφερόμενη πρωτίστως για τη φερεγγυότητα και αποτελεσματικότητα του τραπεζικού συστήματος και τον έλεγχο των τραπεζικών εταιρειών, υποβαθμίζει κατά την άσκηση της εποπτείας της το ενδιαφέρον της για το – εκλαμβανόμενο ως ανταγωνιστικό - έργο της προστασίας των συμφερόντων των συναλλασσομένων με τις τράπεζες. Άλλωστε, παγιωμένες καταστάσεις στην εσωτερική οργάνωση και λειτουργία της δεν της επιτρέπουν να αναπτύξει εξειδικευμένη ευαισθησία για τα θέματα της προστασίας των καταναλωτών.

Τα παραπάνω δεν αμφισβητούν την ειλικρίνεια και την αξία των προθέσεων για τη βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης. Η Τράπεζα της Ελλάδος διαδραματίζει αναμφισβήτητα τον πλέον καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση της φερεγγυότητας του τραπεζικού συστήματος. Μέχρι ιδίως την πολιτική ωρίμανση, εισαγωγή και εδραίωση ενός αποτελεσματικότερου συστήματος προστασίας των καταναλωτών στο πεδίο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, μπορεί και οφείλει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και στην προστασία των καταναλωτών στον τραπεζικό τομέα, στην προαγωγή του υπεύθυνου δανεισμού, στην πρόληψη της υπερχρέωσης.

Με ειλικρινή εκτίμηση

Για το Δ.Σ.

Eλένη Αλευρίτου

Πρόεδρος