Κατά τη σύνοδό τους της 27ης Αυγούστου, οι πρόεδροι των κρατών που συγκροτούν την Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης (ΟΣΣ) – ήτοι της Ρωσίας, της Κίνας, και τέσσερων κεντρο-ασιατικών, πρώην σοβιετικών δημοκρατιών – «επιβεβαίωσαν την προσκόλλησή τους στις αρχές του σεβασμού των ιστορικών και πολιτιστικών παραδόσεων κάθε χώρας και στις προσπάθειες που αποσκοπούν στη διατήρηση της κρατικής ενότητας και εδαφικής ακεραιότητας». Και προσέθεσαν ότι «αποκλειστική έμφαση στη χρήση βίας είναι χωρίς προοπτική και εμποδίζει την ολοκληρωμένη ρύθμιση τοπικών συγκρούσεων».
Η προσεκτική αυτή τοποθέτηση κρίνεται ως αποτυχία της Μόσχας, παρά τις μεταδιδόμενες από τα διεθνή πρακτορεία εκκλήσεις της, να εξασφαλίσει την υποστήριξη των κατά τεκμήριον φιλικών της ασιατικών πρωτευουσών και ειδικότερα της Κίνας για την επίμαχη ρωσική αναγνώριση της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας. Τόσω μάλλον που, την ίδια στιγμή, το κινεζικό υπουργείο εξωτερικών εξέφραζε «ανησυχία» για την αναγνώριση αυτή. Η οποία φυσικό είναι να θορυβεί κράτη, όπως ακριβώς η Κίνα, τα οποία δοκιμάζονται διαχρονικά από φυγόκεντρες τάσεις στους κόλπους των.
Πέραν όμως του φόβου δημιουργίας ενός ακόμη αποσχιστικού προηγουμένου, η στάση των άσπονδων εταίρων της ΟΣΣ αναδεικνύει για μια ακόμη φορά και τη γενικότερη δυσκολία σύμπηξης αντιδυτικού μετώπου εκ μέρους δυνάμεων, οι υποβόσκοντες μεταξύ των οποίων ανταγωνισμοί είναι στην πραγματικότητα σοβαρότεροι από εκείνους που τις χωρίζουν από τον δυτικό κόσμο. Στου οποίου άλλωστε τη συνεργασία – ιδίως την οικονομική, αλλά όχι μόνο – προσβλέπουν. Πρόκειται για διαπιστώσεις που δικαιούται κανείς να ελπίζει ότι θα ληφθούν υπ’ όψιν σοβαρά στο Κρεμλίνο. Για να επανέλθουν όμως οι ρωσο-δυτικές σχέσεις στην επιθυμητή ευθεία πρέπει και η Δύση να αποφύγει τη σύγχυση – στην οποία έχει επανειλημμένως υποπέσει – μεταξύ της επιβαλλόμενης διπλωματικής σταθερότητας και μιας γεωπολιτικής και ιδεολογικής αλαζονείας που ευνοήτως ερεθίζει τον ρωσικό εθνικισμό.